Κέρδη-ρεκόρ για τους αγρότες που έσπειραν δημητριακά

Κέρδη-ρεκόρ «θερίζουν» όσοι αγρότες έσπειραν δημητριακά, με τις τιμές σε σιτάρι, καλαμπόκι και κριθάρι να έχουν εκτοξευθεί στα ύψη εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής στην… Ελλάδα και της ραγδαίας αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης.

Τα δημητριακά μπορεί να ανήκουν στην κατηγορία των συμβατικών καλλιεργειών που τα τελευταία χρόνια είχαν χάσει τη δυναμική τους στη χώρα μας, ωστόσο έπειτα από μία ακόμη απρόσμενα καλή χρονιά, εκτιμάται ότι και η επόμενη σεζόν θα αποφέρει ελκυστικές αποδόσεις, βάσει των τάσεων που επικρατούν στις διεθνείς αγορές.

Σκληρό και μαλακό σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι υπόσχονται κέρδη και βιωσιμότητα στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας πολλοί αγρότες έχουν αποφασίσει να ασχοληθούν με την καλλιέργεια του διατροφικού σιταριού. Τα δημητριακά δείχνουν να είναι μια καλλιέργεια που μπορεί να εξασφαλίσει ικανοποιητικό εισόδημα και αυτός είναι ο λόγος που πολλοί αγρότες προτιμούν να σπείρουν, παρά να αφήσουν τα χωράφια τους να είναι χέρσα.

Στη χώρα μας το σύνολο των καλλιεργούμενων εκτάσεων με σιτηρά ανέρχεται περίπου σε 10 εκατομμύρια στρέμματα και η εσωτερική ζήτηση καλύπτεται κυρίως από εισαγωγές που φτάνουν περίπου τους 1.700.000 τόνους. Φέτος, οι εκτάσεις στις οποίες θα καλλιεργηθούν δημητριακά αναμένεται να είναι περισσότερες εξαιτίας της διατήρησης των τιμών σε ελκυστικά για τους παραγωγούς επίπεδα, αλλά και λόγω της μεγάλης ζήτησης που αναμένεται να διατηρηθεί, όπως όλα δείχνουν, και την ερχόμενη χρονιά.

Το σκληρό σιτάρι καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε καλλιεργούμενη έκταση και σε παραγωγή με ποσοστό 60% και 34% επί του συνόλου, αντίστοιχα. Η πλεονασματική ποσότητα του σκληρού σίτου εξάγεται είτε ως σιτάρι (σπόρος) είτε ως σιμιγδάλι (αλεύρι για παραγωγή ζυμαρικών) κυρίως στην Ιταλία. Η χώρα μας εισάγει περίπου 53.000 τόνους σκληρού σίτου και εξάγει περίπου 168.000 τόνους ετησίως, ενώ εισάγει 1.000.000 τόνους μαλακού σίτου και εξάγει περίπου 95.000 τόνους. Οσον αφορά τον αραβόσιτο, η Ελλάδα εισάγει 530.000 τόνους και εξάγει 120.000 τόνους, ενώ όσον αφορά το κριθάρι, εισάγονται 300.000 τόνοι και εξάγονται 10.000 τόνοι.

Δηλαδή η χώρα μας είναι ελλειμματική σε παραγωγή μαλακού σιταριού, κριθαριού και αραβοσίτου. Προκειμένου λοιπόν να καλυφθούν οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς εισάγονται ποσότητες ύψους 1 εκατ. τόνων μαλακού σιταριού, 300.000 τόνων κριθαριού που προέρχονται κυρίως από Γερμανία και 527.000 τόνων αραβοσίτου οι οποίοι εισάγονται κυρίως από Γαλλία.

Οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες και ειδικά η ξηρασία φέτος το καλοκαίρι ήταν η αιτία να μειωθεί η παραγωγή των σιτηρών και να προκληθούν εκτεταμένες ζημιές στις καλλιέργειες καλαμποκιού ανεβάζοντας τις τιμές.

Μια μείωση της αμερικανικής παραγωγής αραβοσίτου κατά 13% ενίσχυσε την τιμή του μέσα σε ένα τρίμηνο κατά 60%. Αντίστοιχα, η μείωση στις σοδειές σιταριού σε Ρωσία κατά 12%, σε Καζακστάν κατά 15% και Ουκρανία λόγω περιορισμένων βροχοπτώσεων απειλούν την παγκόσμια προσφορά σιτηρών που αναμένεται να αυξηθεί, αφού το σιτάρι χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο του καλαμποκιού στις ζωοτροφές. Μάλιστα, η αύξηση των τιμών του καλαμποκιού και των σιτηρών αναμένεται λοιπόν να επηρεάσει αντίστοιχα το κόστος των ζωοτροφών.

Στην Ελλάδα η παραγωγή σιτηρών φέτος ήταν επίσης μειωμένη σε σύγκριση με πέρυσι, αφού λόγω της βαρυχειμωνιάς πολλά χωράφια δεν θερίστηκαν. Το σιτάρι πωλείται σήμερα στα 260 ευρώ ανά τόνο, όταν τον προηγούμενο χρόνο η τιμή του κυμαινόταν στα 200 ευρώ. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη σημειωθεί αυξήσεις οι οποίες φθάνουν ακόμα και το 20% σε βασικά καταναλωτικά αγαθά που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη δημητριακά και σιτηρά, αλλά και σε προϊόντα ζωικής προέλευσης, δεδομένου ότι αυξήθηκε δραματικά το κόστος των ζωοτροφών.

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Τα υπέρ και τα κατά της καλλιέργειας σιτηρών

Τα βασικότερα ενδογενή προβλήματα του τομέα των σιτηρών είναι τα ακόλουθα:

•αυξημένο κόστος παραγωγής και αντίστοιχη μείωση της ανταγωνιστικότητας κυρίως λόγω του μικρού μεγέθους του κλήρου, του πολυτεμαχισμού της αγροτικής γης, της περιορισμένης και ανομοιόμορφης κατανομής των βροχοπτώσεων και τέλος της χαμηλής γονιμότητας των εδαφών (μονοκαλλιέργεια)

•προβλήματα διάθεσης των προϊόντων λόγω διεθνών εμπορικών συγκυριών

• εξαρτώμενη τιμή προϊόντων από τα καιρικά φαινόμενα

• ποιοτική υστέρηση προϊόντων λόγω πολλών προσμείξεων με ανεπιθύμητους σπόρους ζιζανίων

• έλλειψη υποδομών (αποθηκευτικοί χώροι, σιλό, σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα κ.λπ.)

•εισαγωγή δημητριακών από βαλκανικές χώρες με χαμηλό κόστος παραγωγής

Ο τομέας των σιτηρών καλύπτει μεγάλες εκτάσεις της χώρας μας, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του αγροτικού εισοδήματος. Οι ευκαιρίες ανάπτυξης του τομέα συνοψίζονται στα ακόλουθα:

•αξιοποίηση και επέκταση νέων βελτιωμένων τεχνικών της καλλιέργειας

• αξιοποίηση νέων βελτιωμένων ποικιλιών

• δυνατότητες συνεργασίας παραγωγών σκληρού σίτου με βιομηχανίες ζυμαρικών και ζυθοποιίες (συμβολαιακή γεωργία)

•δυνατότητα προώθησης νέων ποικιλιών στις ευρωπαϊκές αγορές

• αύξηση της ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής παραγωγής σιτηρών της ΕΕ σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα, η οποία θα επιτρέψει να διατηρηθούν σε υψηλό επίπεδο ή ακόμα και να αυξηθούν οι εμπορικές διέξοδοι και ιδιαίτερα στον τομέα των ζωοτροφών

• όφελος από τις ευκαιρίες της παγκόσμιας αγοράς, της οποίας ο όγκος των συναλλαγών αναμένεται ότι θα αυξηθεί, μεσομακροπρόθεσμα, σημαντικά.

Οι διεθνείς αγορές καθορίζουν τις τιμές

Οι τιμές στα δημητριακά δεν καθορίζονται τόσο από την εγχώρια παραγωγή όσο από τις τάσεις της παγκόσμιας αγοράς. Φέτος αυτό που χαρακτηρίζει τις τιμές των σιτηρών στις διεθνείς αγορές είναι οι έντονα ανοδικές τάσεις.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έχουν επηρεάσει σημαντικά την παραγωγή σιτηρών από την Αμερική μέχρι και τη Ρωσία έχουν ως αποτέλεσμα τα αγροτικά εμπορεύματα να βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επενδυτών. Αυτή την περίοδο οι τιμές σε αρκετά αγροτικά προϊόντα σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένουν υψηλές, όπως στο καλαμπόκι και το σιτάρι.

Από τον περασμένο Ιούνιο παρατηρείται σταθερή ανάκαμψη στις τιμές του καλαμποκιού και του μαλακού σιταριού. Η μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδος μεταξύ των δημητριακών σημειώνεται το τελευταίο διάστημα στην αγορά του καλαμποκιού, αποδεικνύοντας πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος του καλαμποκιού, ως βασικότερου τροφίμου παγκοσμίως, για τη διαμόρφωση της αγοράς σε όλα τα βασικά τρόφιμα φυτικής και ζωικής παραγωγής.

Κατακόρυφη άνοδος τις τελευταίες εβδομάδες

• Στα 26-27 λεπτά το κιλό έχουν «σκαρφαλώσει» το σκληρό σιτάρι και το καλαμπόκι. Εως και 30 λεπτά πωλείται το κριθάρι

Χαμόγελα σκορπούν στους Ελληνες παραγωγούς που καλλιεργούν δημητριακά οι τιμές στις οποίες αγοράζουν οι συνεταιρισμοί τα προϊόντα τους. Οσοι μάλιστα ακολούθησαν την τακτική της υπομονής βγήκαν διπλά κερδισμένοι, καθώς οι τιμές τις τελευταίες εβδομάδες αυξάνονται κατακόρυφα.

Οι τιμές των σιτηρών κυριολεκτικά καλπάζουν φέτος, με το σκληρό σιτάρι να έχει σκαρφαλώσει στα επίπεδα των 27 λεπτών ανά κιλό.

Οι ενώσεις συνεταιρισμών ξεκίνησαν το καλοκαίρι να αγοράζουν σε τιμές από 18 έως 22 λεπτά το κιλό, αλλά η μειωμένη παραγωγή και η πρωτοφανής ζήτηση από το εξωτερικό για ελληνικό σκληρό σιτάρι εκτόξευσαν την τιμή στα 27 λεπτά.

Ανάλογα υψηλές τη φετινή περίοδο είναι και οι τιμές και στο μαλακό σιτάρι, που ξεκίνησε με 18-20 λεπτά το κιλό και πλέον έχει αυξηθεί στα 24 λεπτά το κιλό. Τη χαμηλότερη βέβαια τιμή στο μαλακό σιτάρι αντισταθμίζει η μεγαλύτερη στρεμματική απόδοση κατά 20% σε σχέση με τον σκληρό σίτο.

Η πλέον εντυπωσιακή εξέλιξη στις τιμές των δημητριακών αφορά την εμπορία του καλαμποκιού, που έχει ανατρέψει κάθε εκτίμηση με την εκρηκτική άνοδο που καταγράφει η τιμή του τον τελευταίο μήνα.

Οπως αναφέρουν στελέχη αγροτικών ενώσεων, ενδεικτικό της μεγάλης ζήτησης για καλαμπόκι είναι οι συνεχείς μεγάλες συμφωνίες εμπόρων με ενώσεις για πώληση μεγάλων ποσοτήτων χιλιάδων τόνων, με προορισμό χώρες του εξωτερικού.

Το καλαμπόκι ξεκίνησε να πουλιέται προς 20-21 λεπτά ανά κιλό, αλλά λόγω των ανοδικών τάσεων εκτιμάται ότι θα φτάσει στα 27-28 λεπτά το κιλό.

Μάλιστα κάποιοι εφιστούν την προσοχή, τονίζοντας πως αυτή η εξέλιξη μπορεί να κρύβει δυσμενείς επιπτώσεις για τη χώρα μας, καθώς η Ελλάδα είναι ελλειμματική στο καλαμπόκι και καλύπτει τις εγχώριες ανάγκες με εισαγωγές.

Ράλι ανόδου καταγράφει και η τιμή του κριθαριού, με τους παραγωγούς που βιάστηκαν να πουλήσουν να είναι σήμερα οι μεγάλοι χαμένοι. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πούλησαν κριθάρι προς 17 λεπτά το κιλό το καλοκαίρι και πλέον η τιμή του προϊόντος λόγω έλλειψης κινείται από 25 έως και 30 λεπτά το κιλό.

Οπως επισημαίνουν πάντως φορείς των αγροτικών ενώσεων, στα δημητριακά δρουν διάφορα καρτέλ και οι αγρότες οφείλουν να είναι πολλοί προσεκτικοί στις συναλλαγές τους με εμπόρους στους οποίους πωλούν τα προϊόντα τους. Είναι συνήθης τακτική οι έμποροι να διαθέτουν τα προϊόντα αυτά σε διπλάσιες τιμές από αυτές που αγόρασαν, αποκομίζοντας υπερκέρδη.

Οι αποδόσεις των σιτηρών ποικίλλουν κάθε χρονιά επειδή εξαρτώνται από τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν:

•Για το σκληρό σιτάρι η παραγωγή είναι 300-400 κιλά το στρέμμα.

•Για το μαλακό σιτάρι η παραγωγή είναι 400-700 κιλά το στρέμμα.

•Για το κριθάρι η παραγωγή είναι 400-600 κιλά το στρέμμα.

•Για το καλαμπόκι 1.000-1.400 κιλά το στρέμμα.

Βασικό είδος διατροφής τα σιτηρά

Οι χρήσεις των προϊόντων των σιτηρών ποικίλλει, αφού αποτελεί βασικό διατροφικό είδος για τον άνθρωπο. Το σκληρό σιτάρι χρησιμοποιείται στην παρασκευή ζυμαρικών και πολύ λιγότερο στην κτηνοτροφία. Το αλεύρι από τα σπέρματα του μαλακού σιταριού χρησιμοποιείται στην αρτοποιία και δευτερευόντως στην κτηνοτροφία.

Ο καρπός του κριθαριού χρησιμοποιείται είτε μόνος του για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων είτε αναμεμειγμένος με σιτάρι, για τη διατροφή των ανθρώπων αποτελεί, δε, την κυριότερη πρώτη ύλη για την κατασκευή της μπίρας (ζυθοποιία).

Ο αραβόσιτος χρησιμοποιείται ως τροφή του ανθρώπου και των ζώων. Ειδικότερα το χλωρό χόρτο βοηθά στη γαλακτοπαραγωγή των αγελάδων και οι ξηρές κορυφές χρησιμεύουν για τροφή των ζώων.

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ