ΕΝΑΣ ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΚΗ ΖΕΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΡΖ ΣΑΡΗ

Γράφει η Μαρία Παπουτσή

Δεν ξέρω πόσες φορές έγραψα και έσβησα τον πρόλογο αυτού του κειμένου.
Οι λέξεις μου φαινόταν (και εξακολουθούν να μου φαίνονται) λίγες, καθώς γράφω με αφορμή τον θάνατο της Άλκης Ζέη. Παρακάμπτοντας λοιπόν οποιαδήποτε διάθεση ματαιοδοξίας, καθώς πλην της μετριότητάς μου απέναντι στο θέμα, είμαι σίγουρη πως θα γραφτούν

εξαιρετικά κείμενα για τη μοναδική αυτή κυρία, θα εξιστορήσω αυτό που θέλω απλά.

Άνοιξη του 2006, στα πρώτα βήματα της εφημερίδας «Κόσμος» της Λάρισας, είμαι η μοναδική συντάκτης πολιτισμού της νέας δημοσιογραφικής αυτής προσπάθειας της πόλης. Με έναν μόνιμο κόμπο στο στομάχι από τη συναίσθηση της δύναμης και της ευθύνης που έχω στα χέρια μου, προσπαθώ να σταθώ άξια και να υλοποιήσω το προσωπικό μου όραμα για τη σύγχρονη δημοσιογραφική προσέγγιση και παρουσίαση του πολιτισμού.

Ευλογημένη μέρα η μέρα που με αφορμή την υλοποίηση ενός προγράμματος φιλαναγνωσίας από τον σπουδαίο δάσκαλο και μελετητή της σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας, Μιχάλη Αργυρίδη, στο 23ο Δημοτικό Σχολείο Λάρισας, οι πολυαγαπημένες συγγραφείς Άλκη Ζέη και Ζώρζ Σαρή βρίσκονται στην πόλη και δέχονται να μου παραχωρήσουν κοινή συνέντευξη.

Στο καφέ κεντρικού ξενοδοχείου που κλείσαμε το ραντεβού μας, κάθομαι ανάμεσά τους και απολαμβάνω τη ροή του λόγου τους, την καθαρότητα και την απλότητα της σκέψης τους, το απίστευτο χιούμορ και, κυρίως, το πάθος με το οποίο αγκαλιάζουν και δέχονται τη ζωή. Δέος. Αυτό αισθάνομαι. Δέος απέναντι σε δύο λαμπρές προσωπικότητες, που φωτίζονται από πνεύμα ευρύ και συναίσθημα βαθύ. Τόσο διαφορετικές και τόσο ίδιες, φίλες επί μισό και πλέον αιώνα, μοιάζουν να συμπληρώνει η μια την άλλη. Η Άλκη Ζέη πιο γλυκιά και εσωτερική, η Ζώρζ Σαρή πιο δυναμική και εξωστρεφής. Υπέροχες!

Μου μιλούν για τα παιδιά, για τα βιβλία, για τον κόσμο που αλλάξει και τα τραβάει μακριά από την ουσιαστική γνώση και εμπειρία. Μου μιλούν για τη ζωή, τη δικής τους, και όλων μας. Με ταξιδεύουν παρέα δεκαετίες πίσω και μου διηγούνται ιστορίες της δικής τους απλής καθημερινότητας, που περιλαμβάνουν, μεταξύ των άλλων, βράβευση του αγαπημένου τους φίλου με Νόμπελ ποίησης (ναι, για τον Ελύτη μου μιλάνε), καφέδες στη λιακάδα, παιδιά, οικογένεια και μνήμες από όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα: Κατοχή, Εμφύλιος, Χούντα, εξορία…

Είμαστε στο 2006, η άνοδος της Χρυσής Αυγής είναι μια δεκαετία περίπου μακριά, αλλά η Άλκη Ζέη μιλώντας μου για το «Καπλάνι της βιτρίνας», το κλασικό, αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα, επισημαίνει την αναγκαιότητα να αναπτύσσεται ο κοινωνικός και πολιτικός προβληματισμός στα παιδιά. Σαν να ήταν χθες, την ακούω να λέει: «αν δεν προσέξουμε οι μέρες αυτές θα έρθουν ξανά»… Πόσο προφητική…

Έχουμε κλείσει ένα δίωρο συζητώντας. Νιώθω αγενής που κουράζω με την περιέργεια και τον θαυμασμό μου τις δύο υπέροχες κυρίες κι αρχίζω να μαζεύω τα πράγματά μου, για να αποχωρήσω. «Κάτσε, που πας; Δεν είπαμε για σένα!», μου λέει η Ζώρζ Σαρή και με αφήνει άναυδη. Απέναντι η Άλκη Ζέη χαμογελά και μου δείχνει το κάθισμα. Κάθομαι, λοιπόν, και είναι η δική μου ώρα να μιλήσω, καθώς οι δύο κυρίες έχουν αμέτρητες ερωτήσεις. Πόσο χρονών είμαι, τι σπούδασα, που σπούδασα, γιατί το σπούδασα, πως βρέθηκα στην εφημερίδα, τι κάνω στην εφημερίδα, τι προφίλ έχει η εφημερίδα…

Το ενδιαφέρον τους είναι αυθεντικό και ανεξάντλητο. Κάθε απάντησή μου γεννά περισσότερες ερωτήσεις («σαν το κεφάλι της Λερναίας Ύδρας, αλλά ωραίο», θυμάμαι τη σκέψη μου, τους την είπα και τη βρήκαν πολύ αστεία).

Χωρίς να το καταλάβω τους μιλώ για την αγωνία μου να ανταποκριθώ στη νέα μου δουλειά, για το όραμα που έχω και επιθυμώ να υλοποιήσω, για σελίδες πολιτισμού μιας περιφερειακής εφημερίδας που θα παιδεύσουν ουσιαστικά τους αναγνώστες τους, για την ανάγκη διαχωρισμού πολιτισμού και ψυχαγωγίας, για τη φρίκη με την οποία έβλεπα ειδήσεις για κοπές πίτας και ψήσιμο λουκάνικων και τη λέξη πολιτισμός φαρδιά-πλατιά από πάνω, για όλα όσα με πονάνε και με κάνουν χαρούμενη στο λειτούργημα που πλέον υπηρετώ.

Με ακούνε με προσοχή, με ενθαρρύνουν, με επαινούν, με συμβουλεύουν… σαν μαμάδες, γιαγιές και φιλενάδες μου.  Πριν με αποχαιρετήσουν, με ευχαριστούν για το όμορφο πρωϊνό και μου κάνουν τις πιο ζεστές αγκαλιές, χαμογελώντας ζεστά, καθώς αποχωρώ βουρκωμένη και άφωνη… Τι να τους πω; Το «ευχαριστώ» μοιάζει λίγο.

Η Ζώρζ Σαρή έφυγε από τη ζωή το 2012. Σήμερα ξύπνησα με την είδηση του θανάτου της Άλκης Ζέη. Μετά από σύντομη οκταετή παύση οι δυο αχώριστες φίλες είναι ξανά μαζί.

Δεν έχω πιεί πιο ωραίο πρωϊνό καφέ! Ευλογημένη μέρα, θα το ξαναπώ, η μέρα που έζησα μαζί τους. Την κρατώ ολοζώντανη στη μνήμη μου, ως μια από τις κορυφαίες στιγμές όχι μόνο της επαγγελματικής, αλλά και της προσωπικής μου ζωής.  Μαζί της κρατώ και δύο πολύτιμα κειμήλια, δυο χειρόγραφες αφιερώσεις που με μεγάλη προθυμία μου προσέφεραν στο τέλος της συνάντησης. Τις μοιράζομαι γιατί στις λέξεις τους αντανακλάται το μεγαλείο, η γενναιοδωρία και η μοναδική τους λάμψη.

Γυναίκες – σύμβολα, σπουδαίες συγγραφείς, ακόμη σπουδαιότεροι άνθρωποι.

Καλό τους ταξίδι στην αιωνιότητα.

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ Paidis.com