ΣΤΟΝ ΤΥΡΝΑΒΟ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΟΝΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΠΙΔΗΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

«Ο Τύρναβος ήταν ένα απέραντο νεκροταφείο… τα περισσότερα χωριά του κάμπου φαίνονταν ερημωμένα ή θρηνούσαν τους νεκρούς τους. Μονάχα μερικοί Τούρκοι μοιρολάτρες είχαν παραμείνει στη Λάρισα μαζί με τους Εβραίους που εμπορεύονταν τα πράγματα των πεθαμένων».

Ετσι περιγράφει ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ τη φοβερή επιδημία πανούκλας στη Θεσσαλία το 1812-16. Μαρτυρίες της εποχής ανέφεραν ότι η μετάδοση της νόσου στην περιοχή έγινε από έναν άρρωστο Τάταρο που ταξίδεψε από την Κωνσταντινούπολη και πέθανε στον Τύρναβο. Αρκετοί ήταν οι κάτοικοι που αναζήτησαν καταφύγιο σε άλλες περιοχές.

Κατά την επιδημία αφανίστηκαν οι υφαντουργοί και οι βυρσοδέψες. Ερημώθηκαν οι βιοτεχνίες και τα βαφεία και η πόλη παρήκμασε, όπως και οι γειτονικές θεσσαλικές εμποροβιομηχανικές εστίες. Την ίδια περίοδο οι επιδημίες αφάνισαν το ένα έκτο του πληθυσμού της Ηπείρου και το ένα πέμπτο των άλλων περιοχών. Η πανούκλα επισκεπτόταν συχνά τον ελλαδικό χώρο στα χρόνια της δεύτερης πανδημίας. Η πρώτη αναφορά στα ελληνικά για το θανατικό ή τον λοιμό, όπως αποκαλούνταν, προέρχεται από τον χρονικογράφο Μιχαήλ Πανάρετο για την Τραπεζούντα το 1346. Σύμφωνα με αναφορές και ιατρογεωγραφικές πραγματείες ξένων περιηγητών, ο «μαύρος θάνατος» έπληττε σε τακτά χρονικά διαστήματα τα ενετοκρατούμενα Επτάνησα, τα Γιάννενα, την Καλαμάτα και τη Θεσσαλονίκη, όπου το 1741 πέθαιναν περίπου 500 την ημέρα, τη Ναύπακτο και την Κωνσταντινούπολη (1778).

ΕΦΤΑΙΓΕ Ο «ΜΙΑΣΜΕΝΟΣ» ΑΕΡΑΣ

Στην προεπαναστατική Ελλάδα τα δεδομένα για τα λοιμώδη νοσήματα είναι ελλιπή και αποσπασματικά. Στη θεματολογία των 28 ελληνικών ιατρικών βιβλίων που εκδόθηκαν από το 1750 έως το 1821 στη Βιέννη και τη Βενετία συμπεριλαμβάνονται νοσήματα όπως η φυματίωση, ο τέτανος, η λύσσα, ο κίτρινος πυρετός, η χολέρα, ο τύφος, η λέπρα, η πανώλη και η σύφιλη.

Η ανυπαρξία υγειονομικής οργάνωσης στην απελευθερωμένη Ελλάδα συνέχισε τα προβλήματα της οθωμανικής διοίκησης. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος παρά τις ενέργειες του Καποδίστρια και της βαυαρικής διοίκησης για την προστασία της δημόσιας υγείας με εμβολιασμό κατά της ευλογιάς και δημιουργία λοιμοκαθαρτηρίων συνέχισε να πλήττεται από καταστροφικές επιδημίες.

Το 1833-34 εκατοντάδες Βαυαροί στρατιώτες που στάθμευαν στο Ναύπλιο πέθαναν σε μια φοβερή επιδημία τύφου και τάφηκαν στην άκρη της πόλης. Από τα μέσα του 19ου αιώνα στα ήδη υπάρχοντα προβλήματα δημόσιας υγείας προστέθηκαν η μηνιγγίτιδα, η οστρακιά, ο κοκκύτης, η εχινοκοκκίαση, η διφθερίτιδα, το τράχωμα και η λέπρα. Στο αρχείο του Δημοτικού Βρεφοκομείου Αθηνών αποτυπώθηκαν υψηλοί δείκτες βρεφικής και παιδικής θνησιμότητας. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής το μέσο εξάπλωσης της νόσου ήταν ο «μιασμένος» αέρας. Καθώς δεν υπήρχε θεραπεία για τις περισσότερες ασθένειες, οι άνθρωποι της εποχής εναπόθεταν τις ελπίδες τους για ίαση στον Θεό.

Η ΧΟΛΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1854

Η Ελλάδα βίωσε αρκετές επιδημίες χολέρας που άφηναν πίσω τους τον τρόμο και τη διάλυση του κοινωνικού ιστού κάθε περιοχής που έπλητταν. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η επιδημία στον Πειραιά και στην Αθήνα το 1854 κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Ο πρώτος θάνατος συνέβη στις 29 Σεπτεμβρίου 1854. Πέντε ημέρες αργότερα ο γενικός φόβος του θανάτου οδήγησε το 1/3 του πληθυσμού της πρωτεύουσας των 30.000 κατοίκων να τρέξει μακριά χρησιμοποιώντας τα άλογα, τις άμαξες ή τα πόδια, κουβαλώντας οτιδήποτε χρήσιμο.

Η χολέρα έπληξε κυρίως τις ασθενέστερες τάξεις που διαβίωναν κάτω από κακές συνθήκες οι οποίες είχαν εξασθενήσει τους οργανισμούς και συγχρόνως διευκόλυναν τη διάδοση της νόσου. Δεν έλειψαν συμπεριφορές που παρέπεμπαν σε επιδημίες του παρελθόντος: πανικός, ατομισμός, αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων, απαίτηση για αποκλεισμό αυτών πού θεωρούνται υπεύθυνοι ή ηθικές εξηγήσεις της νόσου. Το οργανωμένο κράτος παρέλυσε καθώς σχεδόν όλοι οι υπάλληλοι των υπουργείων και των δημόσιων οργανισμών εγκατέλειψαν τις θέσεις και τα καθήκοντά τους. Το κύμα επιδημίας σταμάτησε στις αρχές Δεκεμβρίου 1854. Η φοβερή αυτή επιδημία χολέρας αποτυπώθηκε στον Τύπο και σε λογοτεχνικά κείμενα της εποχής και έμεινε γνωστή ως η «Ξένη».

«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΓΞ ΣΥΝΗΓΩΝΙΣΘΗ ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΧΗΝ»

Τον Νοέμβριο του 1894 η πρωτεύουσα επλήγη εκ νέου από επιδημία τύφου έπειτα από ραγδαίες βροχές καθώς τα νερά του δικτύου των Αθηνών «ερρυπάνθηκαν υπό ομβρίων υδάτων». Τα πρώτα κρούσματα σημειώθηκαν σε διάφορες συνοικίες της πόλης, με αποκορύφωμα την ομαδική ασθένεια των εσώκλειστων μαθητριών του Αρσακείου. Η χολέρα εμφανίστηκε ξανά κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), όταν Ελληνες στρατιώτες συναντήθηκαν με τα ήδη μολυσμένα βουλγαρικά στρατεύματα στη Μακεδονία και τη Θράκη. Αν και αρχικά η νόσος εξαπλώθηκε στα περίχωρα των πόλεων, οι υγειονομικές αρχές κατόρθωσαν να περιορίσουν την εξάπλωση οργανώνοντας αντιχολερικό εμβολιασμό 100.000 ατόμων. Ετσι «η ελληνική σύριγξ συνηγωνίσθη με την ελληνικήν λόγχην διά την επίτευξιν της νίκης».

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η πανούκλα εμφανίστηκε σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Το 1922 έπληξε τους Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην Πάτρα ενώ εμφανίστηκε στην Αθήνα και στον Πειραιά (1923-26). Την ίδια περίοδο η πανούκλα έπληξε τα λιμάνια της Καλαμάτας και της Χαλκίδας και αποδόθηκε στα μολυσμένα ποντίκια που έφταναν με τα ξένα πλοία. Λοιμοκαθαρτήρια για τους πρόσφυγες δημιουργήθηκαν σε διάφορες περιοχές, όπως ο Αγιος Γεώργιος της Σαλαμίνας και το Καραμπουρνού της Καλαμαριάς. Για την απομόνωση των προσφύγων προκειμένου να μη μεταφέρουν μολυσματικές ασθένειες (τύφο, χολέρα, ευλογιά κ.ά.) χρησιμοποιήθηκε και η Μακρόνησος. Αφορούσε εκπατρισμένους από την περιοχή του Καυκάσου και εξαθλιωμένους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, κυρίως από τον Πόντο.

Η καραντίνα κρίθηκε απαραίτητη εξαιτίας της έλλειψης κανόνων υγιεινής και της ταλαιπωρίας των προσφύγων στα πολυήμερα ταξίδια με τα πλοία ή λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης στους προσωρινούς σταθμούς τους, κυρίως των Ποντίων στα στρατόπεδα της Κωνσταντινούπολης. Στο άνυδρο ερημονήσι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες «φιλοξενήθηκαν» κάτω από απάνθρωπες και τραγικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να πεθάνει εκεί άγνωστος αριθμός. Μια άλλη ασθένεια που αποτυπώθηκε σε αναφορές για τον ελλαδικό χώρο ήδη από την οθωμανική περίοδο αφορούσε τη λέπρα, ενδημική σε περιοχές όπως η Κρήτη, η Σμύρνη, η Χίος και η Μυτιλήνη.

Η πρώτη αποικία λεπρών στην Ελλάδα, το επονομαζόμενο Λοβοκομείο, άνοιξε το 1378 στη Χίο. Στην Ιστορία έμεινε το νησάκι της Σπιναλόγκας στην Κρήτη, το οποίο λειτούργησε ως διεθνές νοσοκομείο λέπρας από το 1903 έως ότου η ασθένεια γίνει ιάσιμη το 1953. Διαρκής μάστιγα του 20ού αιώνα και μείζον πρόβλημα της δημόσιας υγείας ήταν η ελονοσία. Η νοσηρότητα έφτανε το 30-70% του πληθυσμού (250.000- 300.000 ετησίως), ενίοτε και το 90% σε πεδινές περιοχές κοντά σε έλη και λίμνες. Υστερα από έντονες και οργανωμένες προσπάθειες που περιλάμβαναν συστηματικούς ψεκασμούς με DDT στη δεκαετία του 1940 και μαζική χορήγηση κινίνης επιτεύχθηκε η εκρίζωση της ελονοσίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναγνωρίστηκε επίσημα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 1974.

* Περιοδικό Hot Doc #202, «Οι πανδημίες που μας άλλαξαν», 05/4/2020

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ