30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΚΚΕ

Αρθρο του Κωνσταντίνου Ζαγάρα*

«Όταν το κατσίκι φάει το κλαρί, λύκος να φάει τη μάνα του» είχε πει τότε ο Χαρίλαος Φλωράκης

Σε μία περισσότερο μυθιστορηματική τύπου αφήγηση των γεγονότων, δύο εικοσιτετράωρα πριν τη διεξαγωγή του 13ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (Φεβρουάριος του 1991), το οποίο άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για τη διάσπαση του κόμματος το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, δύο άλλοτε «αγαπημένα παιδιά» του Χαρίλαου Φλωράκη, ο Μίμης Ανδρουλάκης και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, επισκέπτονται τον κομμουνιστή ηγέτη στο σπίτι του, στην οδό Πυθίας 6 στο Χαλάνδρι. Στόχος των δύο ανδρών, να πείσουν τον Φλωράκη να ηγηθεί εκ νέου του κόμματος, ώστε να αποτραπεί η διαφαινόμενη ρήξη μεταξύ «παλιάς» και «νέας» φρουράς.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και των δύο πλευρών, ο Φλωράκης για κάποιες ώρες αμφιταλαντεύτηκε.1 Ωστόσο, η εικόνα της εκτέλεσης του Τσαουσέσκου στη Βουκουρέστι και η τύχη των υπόλοιπων κομμουνιστών ηγετών στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, είχαν από καιρό  στοιχειώσει για τα καλά τις σκέψεις του Χαρίλαου και έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του.

«Όταν το κατσίκι φάει το κλαρί, λύκος να φάει τη μάνα του», ήταν η λαϊκή παροιμία που διατύπωσε αλληγορικά ο Χαρίλαος για να επισημάνει τον κίνδυνο, όπως ο ίδιος τον βίωνε και οι συνομήλικοί του στο κόμμα, για το τι μέλλει γενέσθαι αν τα «παιδιά» που ο ίδιος ανέθρεψε, αναλάμβαναν την ηγεσία του ΚΚΕ.

Έτσι, ο Φλωράκης δεν δέχθηκε την πρόταση των δύο ηγετικών στελεχών του κόμματος και της «νέας» φρουράς, εκτιμώντας ότι επρόκειτο για ελιγμό της ανανεωτικής πτέρυγας. Συνεπώς, η πλάστιγγα, χάρη στο ειδικό «βάρος» του Χαρίλαου, έγειρε προς την «παλιά» φρουρά. Η «συντηρητική» πτέρυγα κέρδισε τους συσχετισμούς του 13ου Συνεδρίου και οι μήνες που ακολουθούν μέχρι το καλοκαίρι του 1991 είναι σίγουρα οι πιο έντονοι και συγκρουσιακοί που έχει γνωρίσει στο εσωτερικό του το ΚΚΕ από τη Μεταπολίτευση και έπειτα.

Επιβίωση ή περιθωριοποίηση

Σε μία λιγότερο μυθιστορηματική αφήγηση των γεγονότων, η ιστορική περίοδος της τριετίας του 1989-1991, έθεσε, ουσιαστικά, το παγκόσμιο κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα μπροστά σε οντολογικά διλήμματα, όπως αυτά της επιβίωσης ή της περιθωριοποίησής του. Παράλληλα με τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», κατέρρευσε η απολογητική ιδεολογία που ιστορικά ονομάσθηκε «σοβιετικός μαρξισμός» και η οποία κυριαρχούσε όχι μόνο στο εσωτερικό των ανατολικών κρατών, αλλά και σε κομμουνιστικά κόμματα των χωρών της Δύσης.

Η πτώση του ανατολικού μπλοκ δεν άφησε ανεπηρέαστο κανένα κομμάτι του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος, ακόμα κι εκείνα που από χρόνια πριν είχαν πάρει αποστάσεις από το σοβιετικό κέντρο ή ασκούσαν σε αυτό κριτική. Στην ουσία, η κατάρρευση των καθεστώτων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν ένας πολιτικός «ανεμοστρόβιλος» που συμπαρέσυρε στον διάβα του τα πάντα.

Την ίδια στιγμή το ΚΚΕ κουβαλούσε ήδη, στη μακρόχρονη και πολυτάραχη πορεία του, δύο μεγάλες διασπάσεις: η πρώτη και κομβική ήταν αυτή του 1968 στη 12η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, που οδήγησε στο ιστορικό «σχίσμα» του κομμουνιστικού κινήματος και στη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού, φορέα των ιδεών του «ευρωκομμουνισμού» στην Ελλάδα. Η δεύτερη, σε μικρότερη κλίμακα, αυτή του 1989, με την «ανταρσία» της ισχυρής Νεολαίας του κόμματος, της ΚΝΕ, υπό τον Γιώργο Γράψα, και την αποχώρηση πλειάδας κομματικών στελεχών που διαφώνησε με τη συγκυβέρνηση του ΣΥΝ με τη ΝΔ (κυβέρνηση Τζαννετάκη) και συγκρότησε το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ).

Λίγο πριν τη δύση του αιώνα των επαναστάσεων, του 20ου, το  ΚΚΕ ερχόταν αντιμέτωπο πλέον με μια ζοφερή πραγματικότητα κι ένα δυσοίωνο μέλλον. Μπροστά σε αυτόν τον δύσκολο δρόμο, είχε να επιλέξει μεταξύ δύο κατευθύνσεων: ή να παραμείνει στα βέβαια και γνώριμα μονοπάτια των παραδοσιακών αρχών του μαρξισμού- λενινισμού ή να πορευτεί σε νέα, προσπαθώντας να οικοδομήσει μια «σύγχρονη» Αριστερά.

Επέλεξε την πρώτη κατεύθυνση και μια πολιτική, την οποία  με ορισμένες, κατά καιρούς, παρεκκλίσεις συνεχίζει να ακολουθεί ακόμη και σήμερα. Από την άλλη πλευρά, από τη μήτρα του πολύμορφου «ανανεωτικού» μπλοκ του ΚΚΕ ξεπήδησαν, με δυσκολίες, νέες ή και αμφιλεγόμενες προσπάθειες μιας «άλλης» Αριστεράς, οι οποίες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνεχίζουν να παραμένουν στην επικαιρότητα από διαφορετικά πλέον μετερίζια.

Περεστρόικα και κρίση

Οι απαρχές των αιτιών της διάσπασης του 1991 βρίσκονται μερικά χρόνια πριν και  όταν το τιμόνι της ΕΣΣΔ αναλαμβάνει ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Οι αρχικές προσδοκίες, όλων των «πτερύγων» του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος, από την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην ηγεσία του ΚΚΣΕ και της Σοβιετικής Ένωσης, μαζί με τις ελπίδες που γεννούσε αυτή, εξανεμίστηκαν σχετικά γρήγορα.

Η πολιτική της περεστρόικα (αναδόμηση) και της γκλάσνοστ (διαφάνεια) , παρά τις αισιόδοξες προοπτικές που άνοιξε για το σοσιαλιστικό στρατόπεδο συνολικά, απέτυχε τελικά παταγωδώς στην πράξη, να επαναθεμελιώσει και να ανανεώσει το σοσιαλιστικό μοντέλο. Τα σημάδια παρακμής όμως, από την αδύναμη μεταρρύθμιση του σοβιετικού ηγέτη στην ΕΣΣΔ και τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ήταν, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ορατά δια γυμνού οφθαλμού όχι μόνο στις χώρες του «ανατολικού μπλοκ», αλλά σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.

Τα άλυτα προβλήματα που αντιμετώπιζαν, έστω και σε διαφορετικές ταχύτητες, στο σύνολό τους οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού»  ήταν πλέον ανυπέρβλητα. Όπως είχε, επί χρόνια, οικοδομηθεί ο «υπαρκτός», μαζί με τις οικονομικές και πολιτικές κατευθύνσεις που είχε επιλέξει, μαζί με την πίεση που δεχόταν από εξωγενείς παράγοντες, ήταν πια αδύνατον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών, αλλά και ταυτόχρονα να μπορέσει να ενσαρκώσει τα οράματα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Επακόλουθο αυτών ήταν η κρίση και η πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού».

Το τείχος του Βερολίνου και η ελληνική Αριστερά

Το πλήγμα που προκάλεσε η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η μεγάλη κρίση που αντιμετώπιζε η ΕΣΣΔ, δεν άφησε ανεπηρέαστο κανένα κομμάτι του παγκόσμιου κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος.

Στη χώρα μας, το πολιτικό και ιδεολογικό «σοκ» που βίωσε η Αριστερά τη στιγμή της πτώσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», επέδρασσε πολλαπλασιαστικά στο εσωτερικό του ισχυρότερου κομματιού του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος, αυτό του ΚΚΕ, αλλά και σε όλο το φάσμα του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Συνεπώς, είχε άμεσες επιπτώσεις και στον ενιαίο Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, βασική και μεγαλύτερη συνιστώσα του οποίου παρέμενε βέβαια το κομμουνιστικό κόμμα.

Όσοι στο εσωτερικό του ΚΚΕ, από την περίοδο της ανόδου του Μ. Γκορμπατσόφ στην ηγεσία του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ, στέκονταν σιωπηλά, με επιφύλαξη και καχυποψία απέναντι στην πολιτική της περεστρόικα και των τολμηρών πολιτικών ανοιγμάτων του ΚΚΕ, εκδηλώνουν τότε την αντίθεσή τους ανοιχτά. Σε αυτό το πλαίσιο και με το φορτίο της ιστορικής ευθύνης, ο πρωτεργάτης της πολιτικής του ΚΚΕ αυτή την περίοδο, Χαρ. Φλωράκης αναδιπλώνεται και αποτέλεσε το κρίσιμο μέγεθος προς τα που θα γείρει, στην πορεία, το βάρος της εσωκομματικής σύγκρουσης.

Το άδοξο τέλος του «υπαρκτού» άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, με αποτέλεσμα να τεθούν όλα και πάλι προς συζήτηση και αμφισβήτηση από τη μία πλευρά: η δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου στην οποία πρωτοστάτησε το ΚΚΕ και η ΕΑΡ, η συμμετοχή στη συγκυβέρνηση, η πολιτική στα συνδικάτα και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα ανοίγματα του Γκορμπατσόφ κ.λπ.

Στην ουσία, η κατάρρευση των καθεστώτων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και η διαφαινόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ σήμανε, ταυτόχρονα, για το ΚΚΕ τη διάλυση, μεταξύ άλλων, των παραδοσιακών και ρυθμιστικών αναφορών του. Από την άλλη πλευρά, οι διάφοροι μετασχηματισμοί στο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και συμβολικό επίπεδο που συνέβησαν στη μεταπολιτευτική περίοδο, επηρέασαν άμεσα το νομιμοποιημένο πια ΚΚΕ και έθεσαν σε ριζική αμφισβήτηση την παραδοσιακή δομή του και την ιστορικά δεδομένη λειτουργία του. Οι δύο αυτοί παράγοντες αλληλοτροφοδοτήθηκαν και δημιούργησαν το πεδίο πάνω στο οποίο εκδηλώθηκε η κρίση στο κομμουνιστικό κόμμα αρχικά και η οποία στην πορεία μεταφέρθηκε και εκδηλώθηκε στον ενιαίο Συνασπισμό, με άλλους, όμως, όρους.

Η εσωκομματική σύγκρουση και η ρήξη

Τη στιγμή που ανατρέπονταν στερεότυπα ετών και επανακαθορίζονταν αρχές και αξίες στο πλαίσιο της κομμουνιστικής Αριστεράς ανά τον κόσμο, η αντιπαράθεση των δύο πλευρών στο ΚΚΕ, ξέφυγε πια από τη διαπάλη θέσεων και οδηγήθηκε σε μία σκληρή εσωκομματική σύγκρουση, ανάλογη περασμένων δεκαετιών.

Γύρω από τα μεγαλύτερα σε ηλικία στελέχη του κόμματος (Χαρ. Φλωράκη, Αντ. Αμπατιέλο, Ρ. Κουκούλου, Λ. Λογαρά, Ν. Κεπέση κ.ά), συσπειρώθηκαν και νεότερα στελέχη του ΚΚΕ, όπως η Αλ. Παπαρήγα, ο Δ. Γόντικας, ο Μ. Κωστόπουλος, ο Μ. Μαίλης, ο Ορ. Κολοζώφ, ο Γ. Θεωνάς, ο Σπ. Χαλβατζής κ.ά. Η «παλιά φρουρά» έδωσε τη μάχη για τη διατήρηση των «ταυτοτικών» χαρακτηριστικών του κόμματος, ενώ οργάνωσε- σε πρώτη φάση- τη γραμμή της ιδεολογικής άμυνάς της  γύρω από τους επίμαχους όρους του μαρξισμού- λενινισμού, της δικτατορίας του προλεταριάτου, της διεθνιστικής αλληλεγγύης και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

Από την άλλη πλευρά και γύρω από το δεύτερο ιδεολογικό «ρεύμα», συσπειρώθηκαν στελέχη όπως ο Μ. Ανδρουλάκης, ο Π. Λαφαζάνης, ο Γ. Δραγασάκης, ο Δ. Καραγκουλές, ο Θ. Καρτερός, ο Γ. Παπαπέτρου, ο Αλ. Αλαβάνος, η Μ. Δαμανάκη, ο Ν. Χουντής και άλλοι, οι οποίοι στο πλαίσιο της επιτροπής για τη σύνταξη του προσχεδίου θέσεων για το 13ο Συνέδριο, συνδέθηκαν πολιτικά και με τον τότε γενικό γραμματέα της Κ.Ε. και «πρωτοκλασσάτο», για δεκαετίες, στέλεχος του κόμματος Γρ. Φαράκο.

Πέρα των κοινών αγωνιστικών καταβολών των στελεχών και μελών του –γενιά του Πολυτεχνείου κατά κύριο λόγο-, το δεύτερο ρεύμα δεν ήταν θεωρητικά και ιδεολογικά συμπαγές, όπως αντίθετα ήταν η τάση της «παλιάς φρουράς». Δεν διέθετε σαφή και συγκεκριμένα θεωρητικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, ούτε και συσπειρωνόταν κάτω από μια ολοκληρωμένη ιδεολογική πλατφόρμα. Ενωνόταν κυρίως σε επιμέρους ζητήματα που είχαν να κάνουν με την ανάγκη ανανέωσης του χαρακτήρα κόμματος και την υπέρβαση της παλιάς ηγεσίας.

Στο πλαίσιο των δραματικών εξελίξεων στις σοσιαλιστικές χώρες και των αλλαγών στα κομμουνιστικά κόμματα ανά την υφήλιο, τα στελέχη του έκαναν λόγο για την ανάγκη εγκατάλειψης ξεπερασμένων, για τους ίδιους, ιδεολογικών σχημάτων, επέκριναν την «εμμονή» της άλλης πλευράς σε θεωρητικά σχήματα «παρωχημένα», ενώ επέμεναν στην πολιτική των συμμαχιών του 12ου Συνεδρίου του ΚΚΕ και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Επίσης, έδιναν μεγαλύτερο βάρος στο ενωτικό εγχείρημα του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου και την πολιτική των συμμαχιών, ενώ διέθεταν έναν αυθορμητισμό και μια «υπέρμετρη» αυτοπεποίθηση, που πήγαζε από το ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο και τη γρήγορη «εισβολή» τους στα τεκταινόμενα του κόμματος και της πολιτικής ζωής του τόπου. Εφόδια  σημαντικά, αλλά συνοδευόμενα από μια «αλαζονεία», που «ερέθιζε» τα αντανακλαστικά της παλιάς γενιάς του κόμματος και δημιουργούσε αρνητικό για τα ίδια κλίμα στο εσωτερικό του κόμματος.

Τα γεγονότα της περιόδου  σηματοδοτούν τον τερματισμό της πιο έντονης σύγκρουσης που βίωσε στο εσωτερικό του, μετά το 1968, το ΚΚΕ και την αφετηρία για τη δημιουργία δυο νέων στρατηγικών αποκλίσεων ως προϊόντα απάντησης στο ερώτημα που απασχολούσε τους αριστερούς και κομμουνιστές της εποχής: το ποια δηλαδή  πρέπει να είναι η ταυτότητα και η μορφή ενός αριστερού ή κομμουνιστικού  κόμματος στη μετα-κομμουνιστική περίοδο [το ανατολικό μπλοκ είχε ήδη καταρρεύσει, η ΕΣΣΔ δοκιμαζόταν κι αυτή με τη σειρά της και λίγους μήνες αργότερα- Αύγουστο 1991- θα ερχόταν η πτώση της].

Το ρήγμα που προκλήθηκε στο συμμαχικό σχήμα δεν περιείχε προφανώς μονάχα στοιχεία διαφωνιών για την «οργανωτική» του συγκρότηση ή για την εναλλακτική πρόταση και την περί συμμαχιών πολιτική κατεύθυνση, αλλά πρώτα απ’ όλα είχε να κάνει με τις ιδεολογικές και πολιτικές αναζητήσεις της επόμενης ημέρας. Είχε επίσης, να κάνει με δυο διαφορετικές απόψεις: η μια εκ των οποίων («νέα φρουρά» του ΚΚΕ και συνεργαζόμενες δυνάμεις εντός του ΣΥΝ, που παρουσιάζονταν σχεδόν ομογενοποιημένες) επιθυμούσε την ενδυνάμωση του Συνασπισμού και η άλλη («παλιά φρουρά» του ΚΚΕ), την παραμονή του ΣΥΝ ως ενός πολυκομματικού- συμμαχικού σχήματος, στο οποίο τον καθοριστικό λόγο θα είχαν οι συνιστώσες του.

Στην Πανελλαδική Συνέλευση του του συμμαχικού σχήματος στις 27- 30 Ιουνίου του 1991 και μετά από περιπετειώδεις συνεδριάσεις και διεργασίες, κατέστη ανέφικτο να υπάρχει μια κοινή συνισταμένη.  Η διεξαγωγή της Πανελλαδικής Συνέλευσης ήταν το επισφράγισμα της διάσπασης του ΚΚΕ και της οριστικής ρήξης στο εσωτερικού του συμμαχικού σχήματος και της διάλυσης του ενιαίου ΣΥΝ. Ακολούθησε ένα «καυτό» καλοκαίρι συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων που θύμισαν ακόμα και τα δραματικά γεγονότα της Τασκένδης…

Τα επόμενα χρόνια, τα δυο, πλέον, κόμματα της Αριστεράς [ΚΚΕ και ΣΥΝ], στην προσπάθειά τους να συγκροτήσουν τον δικό τους αποκλειστικό κοινωνικό χώρο και αυτοτελή ύπαρξη, πολιτική ταυτότητα και δράση, έμελλε να αναβιώσουν ένα ενδοαριστερό εμφυλιοπολεμικό κλίμα, ανάλογο σε έκταση και πόλωση με εκείνο του 1968 και έπειτα.

*Ο Κωνσταντίνος Ζαγάρας είναι διδάκτωρ πολιτικής επιστήμης- δημόσιας διοίκησης του ΕΚΠΑ.

1.Βλέπε σχετικά: Θεοχαράτος Χρήστος, Χαρίλαος Φλωράκης ο λαϊκός ηγέτης, τόμος β’- Οι πολιτικοί αγώνες, εκδ. Τυποεκδοτική Α.Ε., Αθήνα 2003 και Ζαγάρας Κωνσταντίνος, Η κατάρρευση του «υπαρκτού» και η διάσπαση του ΚΚΕ- Η κομβική στιγμή του 1991, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2019.

Δημοσιεύθηκε στο tvxs.gr

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ Paidis.com