ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΑ ΔΑΝΕΙΑ

ΓΡΑΦΕΙ Η Γεωργία Αλεξανδρή-Μπασδέκη, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υ.Δ.Δ.Α.Δ.

Παρά τις διάφορες νομοθετικές πρωτοβουλίες και τις προθέσεις της πολιτείας για την επιβολή λύσεων ρυθμιστικού χαρακτήρα, η εξυπηρέτηση των δανείων παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή, μετά την εκποίηση των «κόκκινων δανείων» από τις ανακεφαλαιοποιημένες ελληνικές τράπεζες.

Τα τραπεζικά δάνεια που είχαν τεθεί σε αναστολή επανέρχονται σε κανονική αποπληρωμή από τις αρχές του 2022, με το πρόγραμμα «Γέφυρα» που επιδοτούσε τη δόση στεγαστικών δανείων. Η παράταση του χρόνου διάρκειάς του ολοκληρώνεται το επόμενο διάστημα. Όσοι δεν έχουν χαρακτηριστεί  πληγέντες της πανδημίας, δεν θα μπορέσουν καν να ενταχθούν στη νέα ρύθμιση των 36 έως 72 δόσεων.

Είναι αναμενόμενο, λοιπόν, ότι οι επιχειρήσεις αλλά και τα νοικοκυριά πολύ σύντομα θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις δυσκολίες εξυπηρέτησης του συνόλου των οφειλών τους, καθώς από τις αρχές του 2022 θα πρέπει να εξυπηρετούνται πλήρως όλες οι υποχρεώσεις (τράπεζες, εφορία, ταμεία) και όλα αυτά στον ίδιο χρόνο.

Ήδη όλες οι συστημικές τράπεζες, σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που κατάρτισαν, προχώρησαν σε δραστικές αλλαγές για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αυτό είχε ως συνέπεια  οι τράπεζες να εξυγίανουν τους ισολογισμούς τους και περίπου 100 δις NPLs (κόκκινα δάνεια), όπως διαβάζουμε, μεταφέρθηκαν ή θα μεταφερθούν για επόμενο διάστημα στις εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης δανείων.

Η σημασία της μεταβίβασης ενός δανείου από την τράπεζα σε ένα fund είναι αποτελεσματική μόνο εάν το fund προχωρήσει σε ουσιαστικές και γενναίες ρυθμίσεις αλλά και «κουρέματα» για τους δανειολήπτες, ώστε η υπόλοιπη οφειλή – μετά το όποιο «κούρεμα» – να είναι βιώσιμη και να μπορεί να εξυπηρετηθεί.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν ισχύει. Τα funds αγόρασαν τα κόκκινα δάνεια από τις τράπεζες πολύ χαμηλότερα από την αξία τους και απαιτούν από τους δανειολήπτες κέρδος που τις περισσότερες φορές ανέρχεται σε πολύ παραπάνω από το 100%.

Η πώληση των κόκκινων δανείων στα funds όχι μόνο δεν βοήθησε την οικονομία, αλλά αντιθέτως δημιούργησε ένα τοπίο με υπερβολικές απαιτήσεις των εταιρειών αυτών, το οποίο καταλήγει να επιβαρύνει το δικαστικό σύστημα.  Στα δικαστήρια αναγκάζεται τελικά να προσφύγει ένας δανειολήπτης για να μπορέσει να διαπιστώσει ποιο είναι το ύψος της οφειλής του και εάν είναι σύννομες οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν για το δάνειό του.

Επιπλέον, οι εταιρείες διαχείρισης  τις περισσότερες φορές δεν τηρούν τους κανόνες που έχουν τεθεί με βάση και τον κώδικα δεοντολογίας των τραπεζών και ακολουθούν επιθετικές πρακτικές κατά των δανειοληπτών αλλά και των εγγυητών.  Επιδεικνύουν απροθυμία να προβούν σε ουσιαστικές ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες. Για τον λόγο αυτόν πρόσφατα και το δικηγορικό σώμα απείχε από τους πλειστηριασμούς των ακίνητων ευάλωτων νοικοκυριών.

Δεδομένου ότι τα πινάκια των δικαστηρίων της χώρας μας είναι ήδη υπερφορτωμένα από υποθέσεις που δεν μπορούν να λυθούν με άλλο τρόπο παρά μόνο δικαστικά, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή ενός εναλλακτικού  τρόπου αναδιάρθρωσης των κόκκινων δανείων.
Σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του τεράστιου όγκου των κόκκινων δανείων είναι η διαμεσολάβηση (ν. 4640/2019) και δη η τραπεζική διαμεσολάβηση.

Είναι εντυπωσιακό ότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα-ακόμη και  σε λίγες ώρες μιας  ημέρας- υπό την παρουσία και αρωγή ενός διαπιστευμένου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαμεσολαβητή, δύναται να βρεθεί μεταξύ των μερών από κοινού αποδεκτή λύση. Πρόκειται για γρήγορη διαδικασία, εφόσον το μόνο που χρειάζεται είναι η απόφαση της εκάστοτε Τράπεζας να υιοθετήσει αυτό το μοντέλο και η διαδικασία που ακολουθείται είναι εξαιρετικά απλοποιημένη.

Για την εφαρμογή της διαμεσολάβησης δεν έχει σημασία, εάν έχουν ήδη ξεκινήσει δικαστικές ενέργειες για τη ρύθμιση των οφειλών. Εάν το χρέος ρυθμιστεί τελικά με διαμεσολάβηση, αυτονόητο είναι ότι και οι δύο πλευρές παραιτούνται από κάθε τυχόν εκκρεμή δικαστική διαδικασία. Η τελική συμφωνία διαμορφώνεται τις περισσότερες φορές εντός μίας ημέρας, από κοινού από οφειλέτες – τράπεζα ή fund – δικηγόρους και, εφόσον υπογραφεί από όλους, δεσμεύει νομικά, ενώ με την κατάθεσή της στο αρμόδιο Πρωτοδικείο έχει την ισχύ δικαστικής απόφασης.

Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η εξεύρεση μίας αμοιβαίας ωφέλιμης αλλά και συμβιβαστικής λύσης. Ο οφειλέτης πετυχαίνει μία μόνιμη λύση και όχι πρόσκαιρη και προστατεύεται έτσι η ακίνητη περιουσία του, ενώ η Τράπεζα ή το Fund εξασφαλίζει μια ικανοποιητική επιστροφή των κεφαλαίων που έχει διαθέσει.

Μέχρι σήμερα την τραπεζική διαμεσολάβηση έχει υιοθετήσει  μόνο μία συστημική Τράπεζα, η Eurobank, και πλέον συνεχίζεται από την εταιρεία Do Value. Είναι πολύ σημαντικό, όμως, την πρακτική αυτή να υιοθετήσουν   και τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του όγκου των κόκκινων δανείων.