Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ «ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ» ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

ΓΡΑΦΕΙ Ο Ελισαίος Βαγενάς, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ*

«Το να πει κάποιος ότι αύριο δεν θα υπάρχει ΕΣΣΔ, σήμαινε για εμάς πως αύριο δεν θα ανατείλει ο ήλιος», είχε πει σε μια συνέντευξή του ο ηγέτης της Κουβανικής Επανάστασης, Φιντέλ Κάστρο. Η φράση αυτή αποτυπώνει σίγουρα τα αισθήματα εκατομμυρίων κομμουνιστών και άλλων προοδευτικών ανθρώπων όλου του κόσμου, που καταλάβαιναν πως η ανατροπή του σοσιαλισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης θα σήμαιναν για τους εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο μια μεγάλη κοινωνική οπισθοδρόμηση. Αυτό ίσχυε και στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ενωσης, σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη που έχουν καλλιεργήσει τα αστικά ΜΜΕ, πως δήθεν η ανατροπή στην ΕΣΣΔ έγινε χωρίς αντιδράσεις.

Αντεπανάσταση «από τα μέσα και τα πάνω»
Σαφώς και η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ έγινε από «τα μέσα και τα πάνω», με την έννοια πως αυτή η εξέλιξη προωθήθηκε από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ).

Στην πράξη οι δυνάμεις του οπορτουνισμού, που είχαν κυριαρχήσει στην ηγεσία του ΚΚΣΕ, έπαιξαν προδοτικό ρόλο για την υπόθεση του σοσιαλισμού, καθοδήγησαν τη διαδικασία της αντεπανάστασης. Εκφράζοντας έτσι εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που σταδιακά είχαν εμφανιστεί στο εσωτερικό της σοβιετικής κοινωνίας, ελέγχοντας σταδιακά τις δομές της σοβιετικής εξουσίας και του ΚΚ, επιδιώκοντας την επιστροφή στον καπιταλισμό.

Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού, έχοντας κυριαρχήσει στο ΚΚΣΕ, τη δεκαετία του 1980 μεθοδικά έριξαν «τόνους λάσπης» στην ηρωική ιστορική διαδρομή των μπολσεβίκων, ξεκινώντας από το πρόσωπο του Στάλιν, ενώ στη συνέχεια πέρασαν στην αμαύρωση κάθε πτυχής της σοβιετικής κοινωνίας.

Ωστόσο, δεν τολμούσαν ανοιχτά να μιλήσουν για επιστροφή στον καπιταλισμό, για την εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση, την εμπορευματοποίηση της Υγείας, της Παιδείας, των κοινωνικών υπηρεσιών, της αφαίρεσης των ιστορικών κατακτήσεων, τη διάλυση της ενιαίας χώρας. Για όλα αυτά, δηλαδή, που θα ακολουθούσαν και τα οποία σχεδίαζαν με όχημα την περεστρόικα.

Έντυναν το «αφήγημά» τους με τα συνθήματα της «ανανέωσης του σοσιαλισμού», της «περισσότερης δημοκρατίας», της «διαφάνειας», της «συμμετοχής». Επιπλέον, εμφάνιζαν τα οικονομικά «εργαλεία» της καπιταλιστικής παλινόρθωσης ως πανάκεια για την επίλυση των ελλείψεων, που παρατηρούνταν και ήταν αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων, που από τη δεκαετία του ’60 αδυνάτισαν τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Ετσι, είναι χαρακτηριστικό πως στον απολογισμό της απερχόμενης ΚΕ προς το 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (2 – 13 του Ιούλη 1990) εκθειάζονταν με καλυμμένο τρόπο τα δήθεν «πλεονεκτήματα» της καπιταλιστικής οικονομίας. Σημειωνόταν συγκεκριμένα: «Στις συνθήκες της αγοράς ανοίγεται η δυνατότητα ουσιαστικά να αποκαλυφθούν οι ανάγκες και να βρεθούν οι τρόποι της αποτελεσματικής ικανοποίησής τους». Ακόμη, διαβεβαίωναν πως με την αγορά «οι εργαζόμενοι γίνονται πραγματικοί νοικοκύρηδες των μέσων παραγωγής και των αποτελεσμάτων της εργασίας τους».

Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις, για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους, έκαναν τη λαθροχειρία να επικαλούνται τη «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που εφαρμόστηκε από τον Λένιν μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και η οποία συνιστούσε μια πολιτική προσωρινών εκχωρήσεων προς τον καπιταλισμό, αποσιωπώντας πως αυτές οι υποχωρήσεις ήταν προσωρινές και επιβάλλονταν από τις ειδικές συνθήκες εκείνης της εποχής (καταστροφές του πολέμου, τεράστιο ποσοστό μικροκαλλιεργητών κ.ά.), κατάσταση που βέβαια δεν είχε καμία σχέση με αυτή της Σοβιετικής Ενωσης της δεκαετίας του ’80.

Η προσπάθεια αντίστασης στην αντεπανάσταση
Παρά το «τσουνάμι» της δυσφήμισης του σοσιαλισμού, της παραπληροφόρησης, της διαστρέβλωσης και αμαύρωσης της Σοβιετικής Ιστορίας, που διοχετευόταν στον λαό μέσα από τα επίσημα ΜΜΕ, ακόμη κι από το ίδιο το καθημερινό δημοσιογραφικό όργανο της ΚΕ του ΚΚΣΕ, την «Πράβντα», τις άλλες σοβιετικές εφημερίδες και περιοδικά, μια μεγάλη μερίδα του σοβιετικού λαού διακατεχόταν από φιλοσοβιετικά αισθήματα. Αυτό φάνηκε και τον Μάρτη του 1991 στο σχετικό δημοψήφισμα, όπου ψήφισαν 148,5 εκατομμύρια (79,5%) και υπέρ της διατήρησης της ΕΣΣΔ τάχθηκαν 113,5 εκατομμύρια ή το 77,85%.

Στις ίδιες τις γραμμές του ΚΚΣΕ διεξαγόταν σφοδρή ιδεολογική διαπάλη, μέσα σε αυτό λειτουργούσαν διαμετρικά αντίθετες ιδεολογικές πλατφόρμες («Δημοκρατική», «Δημοκρατικό κίνημα», «Μαρξιστική πλατφόρμα», «Κίνημα Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας», «Ενιαίο Μέτωπο Εργαζομένων», «Μπολσεβίκικη»). Βεβαίως, την πλειοψηφία στα κομματικά όργανα, τόσο κεντρικά όσο και κατά τόπους, είχαν οι δυνάμεις που στήριζαν την αντεπαναστατική ανατροπή.

Επιπλέον, εκείνη την περίοδο το ΚΚΣΕ είχε χάσει σε μεγάλο βαθμό τον ενιαίο πανενωσιακό χαρακτήρα του. Οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, που είχαν επικρατήσει στην ηγεσία σε κάθε ΚΚ Σοβιετικής Δημοκρατίας, με «σημαία» τον εθνικισμό, «είχαν βάλει πλώρη» για τη διάλυση της ΕΣΣΔ και της τυπικής, πλέον, εξαφάνισης του ίδιου του ΚΚΣΕ.

Ορισμένες κομματικές δυνάμεις μέσα στις οργανώσεις του ΚΚΣΕ στη Ρωσική Δημοκρατία, εστιάζοντας σε αυτό το οργανωτικό ζήτημα, εκτίμησαν πως η πορεία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης μπορεί να ανακοπεί, τουλάχιστον στη Ρωσική Ομοσπονδία, με την ίδρυση στις 19/6/90 του ΚΚ της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ), με την τυπική στήριξη και του Γκορμπατσόφ.

Μέλος του ΠΓ της ΚΕ του συγκεκριμένου κόμματος ήταν και ο Γκ. Ζιουγκάνοφ, στη συνέχεια Πρόεδρος της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ).

Το «Κίνημα Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας» πραγματοποίησε τρεις σημαντικές συνδιασκέψεις. Στην τελευταία, τον Οκτώβρη 1990, οι 573 αντιπρόσωποι εκτιμούσαν πως εκπροσωπούσαν πάνω από 2 εκατομμύρια μέλη του ΚΚΣΕ, ενώ συμμετείχε και στις πρώτες προεδρικές εκλογές της Ρωσίας (12/6/91), στηρίζοντας τον Α. Μακασόφ, που έλαβε το 3,74% (3 εκατομμύρια ψήφους).

Βεβαίως, οι κομμουνιστικές δυνάμεις δεν είχαν τη δύναμη να κυριαρχήσουν, να αποτρέψουν τη νίκη της αντεπανάστασης, παρόλο που αντιστάθηκαν πιο ανοιχτά, ιδιαίτερα από το 28ο Συνέδριο (1990) και αργότερα μέσα στο KKΣE.

Μάλιστα, οι δυνάμεις της «Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας» προσπάθησαν να επιτύχουν τη διαγραφή του Γκορμπατσόφ από το ΚΚΣΕ για αντικομμουνιστική δράση, ενώ στο σχέδιο απόφασης που πρότειναν στο 28ο Συνέδριο και διάβασε ο Βίκτωρ Τιούλκιν, στη συνέχεια Α’ Γραμματέας της ΚΕ του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ), σημείωναν:

«Θεωρούμε αναγκαίο να προειδοποιήσουμε όλους τους κομμουνιστές της χώρας. Το ατόπημα του περάσματος στην αγορά ως γενικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς κεφαλαίων και της αγοράς εργατικής δύναμης, θα σημάνει την αναπόφευκτη διολίσθηση στην επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ενώ η βίαιη, και παρά τις αντικειμενικές διαδικασίες, θεραπεία του σοσιαλισμού με καπιταλισμό θα συνεπιφέρει όχι την αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, αλλά την αναπόφευκτη πτώση τους, θα προκαλέσει την πλατιά κοινωνική διαμαρτυρία, θα οδηγήσει σε μεγάλα βάσανα τον λαό. Σ’ ό,τι αφορά το Κομμουνιστικό Κόμμα, αυτό απλώς δεν θα αντέξει τέτοια τραντάγματα και κανένας δεν θα μπορέσει να υπερασπιστεί τους τελικούς σκοπούς του κινήματος».

Υπέρ αυτού του Σχεδίου Απόφασης ψήφισαν 1.259 αντιπρόσωποι (δηλαδή το 34%) από τους παρόντες 3.685 αντιπροσώπους (2.012 αντιπρόσωποι ψήφισαν «κατά», 414 «λευκό», ενώ 160 αντιπρόσωποι δεν πήραν μέρος στην ψηφοφορία).

Η συνέχεια είναι γνωστή: Οι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις, που αντέδρασαν στην τελευταία φάση της προδοσίας, πριν και κατά τη διάρκεια του 28ου Συνεδρίου του KKΣE, δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να την αποκαλύψουν και να οργανώσουν με επιτυχία την επαναστατική αντίδραση της εργατικής τάξης.

Ετσι, παρά τις παραπάνω διεργασίες, τελικά δεν διαμορφώθηκε μια επαναστατική κομμουνιστική πρωτοπορία, με ιδεολογική – πολιτική καθαρότητα και συνοχή, ικανή να καθοδηγήσει ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά την εργατική τάξη ενάντια στην εξελισσόμενη αντεπανάσταση, και αυτό φάνηκε και με τα γεγονότα του Αυγούστου του 1991.

Ο Μπ. Γιέλτσιν, που ηγούνταν των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων της αντεπανάστασης (είχε παραιτηθεί από μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ) και πλέον και τυπικά είχε επικρατήσει, λαμβάνοντας στις προεδρικές εκλογές 57%, έναντι του επίσημου υποψήφιου του ΚΚΣΕ, του τότε πρωθυπουργού της ΕΣΣΔ, Ν. Ριζκόφ (17%), προχώρησε στην απαγόρευση της δράσης του ΚΚΣΕ, μετά την ανατροπή της Κρατικής Επιτροπής Εκτακτης Ανάγκης τον Αύγουστο του 1991.

Ακολούθησε τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς η υπογραφή της συμφωνίας διάλυσης της ΕΣΣΔ, μαζί με τους τότε Προέδρους της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, Κραφτσούκ και Σουσκέβιτς, αντίστοιχα.

Τα αιματηρά γεγονότα, που ακολούθησαν λίγο διάστημα μετά, τον Οκτώβρη 1993, όπου με τα επίσημα στοιχεία υπήρχαν πάνω από 150 νεκροί, όταν τα τανκς του Γιέλτσιν «έπνιξαν στο αίμα» την όποια αντίσταση στα μέτρα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, άνοιξαν τον δρόμο για την αναμόρφωση του σημερινού πολιτικού αστικού συστήματος της Ρωσίας.

*(αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου», 18-19 Δεκέμβρη 2021).

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ Paidis.com