ΜΕ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΥ. ΛΙΑΚΟΥΛΗ

Με ένα χρονογράφημα που έγραψε η ίδια και ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επέλεξε και φέτος να δώσει το Πρωτοχρονιάτικο μήνυμά της η Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής και βουλευτής Λάρισας, Ευαγγελία Λιακούλη. Πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία που εκτυλίσσεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και έχει τίτλο «Το άγγιγμα»:

«Το άγγιγμα

*Γράφει η Ευαγγελία Λιακούλη

-Μην τον συνερίζεσαι, Βαγγελίτσα μου και μην κακοκαρδίζεσαι που σου γύρισε πίσω την κουλούρα που του΄φτιαξες για την Πρωτοχρονιά ! Κακορίζικος πάντα ήταν, τώρα θα τον μάθεις ; Ετσι την «έφαγε» την κακόμοιρη την κυρά Ευτέρπη, πριν την ώρα της, με την γκρίνια του και τη στραβομάρα του . Τώρα θα γίνει αυτός άνθρωπος; Αστον εκεί μονάχο του , στη γωνιά του , πάντα αμίλητο και αγέλαστο. Δεν ξέρω μόνο πώς αντέχει αυτή η έρμη η νύφη του, η Μαρία και ο καημένος ο γιος του ο Παντελής, να τον έχουν σπίτι τους, με τέτοια μούτρα! Σκέτη κακοτυχιά , είναι αυτός ο γέρος . Εγώ τους το είπα προχθές : χάθηκαν τα γηροκομεία, ρε παιδιά; Να ησυχάσετε κι εσείς , να πεθάνει ήσυχος κι αυτός , να μη συγχυζόμαστε κι εμείς κάθε μέρα στην αυλή μας με τη φάτσα του…

Ροδάνι πρωί –πρωί , η γλώσσα της Κουλίτσας – έτσι απαιτούσε να τη φωνάζουν όλοι, αρνούμενη σθεναρά να συμβιβαστεί με τα πατημένα εξήντα της, που μεγάλη ταραχή έπαιρνε κάθε μέρα, με το που έβλεπε τον κυρ- Λεωνίδα, να βγαίνει στην αυλή τους και να κάθεται στη γωνιά του, κοιτάζοντας στον ορίζοντα, σαν να περίμενε κάτι πολύ σπουδαίο. Σταμάτησε να τον καλημερίζει πια, καθώς δεν έβρισκε καμία απόκριση. Διαολίστηκε κι εκείνη και έπαψε να τον χαιρετάει, τον αντιπάθησε στη στιγμή- όπως κάθε άνθρωπος με πάθος κάνει , και βάλθηκε να τον ξαποστείλει από την αυλή τους…

Η αυλή τους ! Μία από τις τελευταίες κοινές αυλές της πόλης, που είχαν πρόσβαση έξι μικρές παλιές μονοκατοικίες, ενωμένες μεταξύ τους σε διάφορα επίπεδα, χτισμένες όλες πριν την δεκαετία του ΄50, θύμιζε ξεχασμένο κομμάτι της ιστορίας, που μέχρι σήμερα δεν χάθηκε, εξαιτίας των κληρονόμων της μιας από αυτές, που αρνούνταν πεισματικά να πουν το «ναι» στις δεκάδες προτάσεις εργολάβων…

Ετσι, η αυλή έμεινε , οι άνθρωποι έμειναν, οι σχέσεις έμειναν, σχεδόν όπως πρώτα…
Η καθημερινότητα θύμιζε πολλές φορές κοινόβιο, αφού το μοίρασμα όλων των μικρών και μεγάλων στιγμών, ήταν αυτονόητο και η συνύπαρξη, τρόπος ζωής.
Η Ζωή που αρίστευσε φέτος και πέρασε στην Ιατρική, ο Σωτηράκης που πήγε στο λιμενικό, το Μαράκι που έπιασε δουλειά στα διόδια, η Ιωάννα που χώρισε από τον Σταύρο, ο κυρ Λευτέρης που παλεύει με τη λευχαιμία, η Κατερίνα που δεν μπορεί να κάνει παιδιά…

Όλα , ήταν, όλων!

Τα παιδιά και οι μεγάλοι, έμεναν πιστά στοιχισμένοι, σαν σε μοιραία συνάντηση, που πολλές φορές τους δυσκόλευε, όμως κανείς δεν ήθελε στ’ αλήθεια να την απαρνηθεί.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα, από το πρωί μεγάλος αναβρασμός. Οι σκούπες είχαν την τιμητική τους, οι κουζίνες και οι απορροφητήρες από το πρωί σε πλήρη λειτουργία, τζάκια και σόμπες κάπνιζαν και τα φαγητά ετοιμάζονταν για τη μεγάλη βραδιά που πάντα την τιμούσαν δεόντως στην αυλή, με μεγάλο τραπέζι και όμορφη μουσική

Όλα κινούνταν γρήγορα, μεθοδικά και στοχευμένα . Το σκηνικό της προετοιμασίας σε πλήρη εκτέλεση.

Η μόνη παραφωνία της αυλής, ο κυρ- Λεωνίδας, ο 75χρονος ηλικιωμένος που έξω από το σπίτι του, είχε μια ψάθινη καρέκλα που την είχε φέρει μαζί του από το παλιό του καφενείο όταν το έκλεισε και σ΄αυτή καθόταν με τις ώρες ακίνητος και σκυθρωπός. Είχε χάσει πέντε χρόνια πριν τη γυναίκα του , την κυρά Ευτέρπη, από καρκίνο και κλείστηκε ακόμη περισσότερο στον εαυτό του.
Ούτε βέβαια με τη συγχωρεμένη, είχε πολλά –πολλά.

Όλοι , κι εκείνη μαζί, τον είχανε για δύσκολο και αυστηρό άνθρωπο, χωρίς πολλές κουβέντες και χαμόγελα, απέφευγε να έχει πολλά πάρε –δώσε με τους γείτονες και τους συγγενείς. Μοναχικός, ακόμη και όταν ήταν με πολλούς μαζί…
Ένα παιδί έκανε ο κυρ Λεωνίδας με την Ευτέρπη , τον Παντελή, που σπούδασε φαρμακευτική στην Ιταλία, παντρεύτηκε με την Μαρία, και απέκτησαν ένα αγόρι, τον μικρό Λεωνίδα, που τώρα ήταν στα δεκαοκτώ, πρωτοετής φοιτητής στο πολυτεχνείο .

Ο μόνος που κατάφερνε πάντα να κερδίζει έστω το βλέμμα, του παππού Λεωνίδα, του απρόσιτου ηλικιωμένου, του γερο –παράξενου, με τα τόσα επίθετα που του είχαν κολλήσει όλοι στην αυλή. Δεν του μιλούσε του εγγονού του , παρά μόνο τον κοιτούσε στα μάτια βαθιά. Ο πιτσιρικάς, με τη σειρά του , ποτέ δεν τον ρωτούσε τίποτε . Μόνο τον κοίταζε κι αυτός . Κι έτσι πορεύονταν οι δυο τους , σαν να είχαν μυστική συμφωνία, με λόγια κομμένα και βλέμματα γεμάτα λέξεις

Μόλις εκείνη τη στιγμή, έφτασε ο νεαρός Λεωνίδας, φορτωμένος με το φοιτητικό σακίδιο, μετά από τη Χριστουγεννιάτικη εκδρομή και έτρεξε να χαιρετίσει γονείς και φίλους της αυλής, που μαζεύτηκαν να τον υποδεχθούν .

Ακίνητος ο παππούς Λεωνίδας στην καρέκλα του, με το βλέμμα στον ορίζοντα.
Ο εγγονός του τον πλησιάζει και τον κοιτάζει στα μάτια. Εκείνος ανταποκρίνεται αμέσως κι αρχίζουν τα βλέμματα και πάλι να μιλούν …
Παππού, σήμερα θα κάνουμε κάτι άλλο. Σήμερα έχω κάτι για σένα και θέλω να το φορέσεις τώρα …

Βγάζει από το σακίδιο ένα ζευγάρι χονδρές κάλτσες του σκι και τις δείχνει με ενθουσιασμό στον παππού του.

-Εκεί που πήγαμε εκδρομή παππού , είχε χιόνι και πολύ ζεστά ρούχα στα μαγαζιά. Σκέφτηκα λοιπόν να σου αγοράσω ένα ζευγάρι κάλτσες του σκι , να κάθεσαι εδώ στην καρέκλα σου και να μην κρυώνεις ποτέ . Έλα, έλα κάτσε παππού να σου τις φορέσω…

Σκύβει ο μικρός και αρχίζει να του βγάζει τις κάλτσες και να προσπαθεί να του φορέσει τις καινούριες . Σαν να ντράπηκε ο παππούς και άρχισε να τραβάει το πόδι μακριά, επέμεινε ο μικρός ,αντίσταση ο μεγάλος , μέχρι που άκουσε τον παππού να του λέει με αναφιλητά :

-Σταμάτα αγόρι μου, σταμάτα παιδί μου καλό… Φθάνει, φθάνει , μην σκύβεις για μένα !
Πέρασε ώρα πολλή. Αγκαλιασμένοι παππούς και εγγονός πάνω στην ψάθινη καρέκλα, που μετατράπηκε σε μια στιγμή, σε κολυμπήθρα, αφήνοντας τις ψυχές να βουτήξουν βαθιά , να ανακατευτούν, να συνομιλήσουν και στο τέλος να σμίξουν ..
Με δακρυσμένα μάτια ο μικρός Λεωνίδας, ρουφούσε την κάθε λέξη της προσωπικής ιστορίας του παππού του , που άκουγε για πρώτη φορά. Τα ανείπωτα της ζωής του κυρ Λεωνίδα, που εξηγούσαν πολλά και μετρούσαν άλλα τόσα…

Ο πατέρας του παππού Λεωνίδα, ένας πολύ αυστηρός άνθρωπος, με παλιές αρχές, πατριαρχικός και με βαρύ χέρι που πολλές φορές άπλωνε στη γυναίκα του και στα παιδιά του, ήθελε να τον κάνει γιατρό και όταν αυτός αρνήθηκε, διαλέγοντας να ανοίξει ένα καφενείο , τον αποκλήρωσε και δεν δέχθηκε ποτέ να τον ξαναδεί στη ζωή του. Η μάνα του τον είδε κρυφά δύο μόνο φορές, αλλά έφαγε τόσο ξύλο από τον πατέρα του όταν το ανακάλυψε, που δεν τόλμησε να τον ξανασυναντήσει ποτέ . Τα δύο αδέρφια του έφυγαν για τη Γερμανία, αμέσως μετά το Γυμνάσιο . Μόνος πια ο κυρ Λεωνίδας, πορεύτηκε στη ζωή, παντρεύτηκε από προξενιό την Ευτέρπη , που τον πόνεσε και τον νοιάστηκε αλλά ποτέ δεν τον αγάπησε , που κι εκείνος την πόνεσε και την νοιάστηκε αλλά ποτέ δεν την αγάπησε και έζησε μια ζωή μετρημένη σε όλα της… χωρίς ποτέ να βουτήξει στην κόλαση, ούτε καν για να πάρει φόρα μήπως και φτάσει στον Παράδεισο !

Σήμερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο παππούς Λεωνίδας λύγισε και αυτές οι κάλτσες, έγιναν η αφορμή…

Βλέπεις, πρώτη φορά κάποιος τον άγγιζε τρυφερά.

Ποτέ κανείς δεν τον άγγιξε τρυφερά όταν ήταν παιδί , η ίδια η μάνα του ποτέ δεν τόλμησε μπροστά στον πατέρα του, που αυτά τα θεωρούσε σαλιαρίσματα, ποτέ κανείς δεν τον φίλησε ερωτικά, ποτέ δεν τον αγκάλιασε στοργικά – ούτε η Ευτέρπη του …

Συνήθισε μετά κι αυτός και τα ίδια έκανε με τα παιδιά του. Σαν να κλείδωσε και δεν μπορούσε να ξεκλειδώσει…
Τώρα όμως, στα γόνατα κανάκευε τον εγγονό του. Δεν χόρταινε τις αγκαλιές του..Κι αυτός ο μικρός! Σαν να το’κανε επίτηδες… τον ζούλαγε, τον τσίμπαγε τον παππού του, του ρουφούσε τα μάγουλα, του ανακάτευε τα λίγα του μαλλιά …

Και την ώρα εκείνη , ο παλιός χρόνος έφευγε κι ο νέος ερχόταν…
Και στάθηκε ο παλιός για μια στιγμή στην πόρτα και αντίκρισε την εικόνα με τα ανθρώπινα, τα ανείπωτα, που διάλεξαν τελικά, αυτή τη χρονιά, να ειπωθούν
Μια παλιά ξεθωριασμένη ψάθινη καρέκλα, που σήκωνε δυο άνδρες αγκαλιασμένους, με μάτια υγρά και χαμόγελα πλατιά, μια κάλτσα φορεμένη και μια αφόρετη , να στέκεται δίπλα απορημένη για το πώς κατάφερε να φέρει, η ταπεινή αυτή, τόση ταραχή …

Μόνο με το άγγιγμά της.

Ένα άγγιγμα, μια ολόκληρη ζωή …»

*Καλή Χρονιά!

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ Paidis.com