ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΤΟ ΨΩΜΙ – ΨΩΜΑΚΙ

Την ημέρα που ο Πούτιν ξεκινούσε την άθλια εισβολή στην Ουκρανία, δίνοντας το έναυσμα για την έναρξη ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου που στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αντιπαραθέσεων ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ – Ρωσίας – Κίνας υπάρχει άμεσος κίνδυνος να γενικευτεί και ν’ απειλήσει όλο τον πλανήτη, πραγματοποιήθηκε συνάντηση κυβερνητικού κλιμακίου με εκπροσώπους των αγροτικών μπλόκων που είχαν στηθεί σ’ όλη τη χώρα, διεκδικώντας την ικανοποίηση αιτημάτων της αγροτιάς που αφορούν στην ίδια την επιβίωσή της.

Στη συνάντηση και προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνηση της κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα δίκαια και ζωτικής σημασίας αγροτικά αιτήματα, ο παρευρισκόμενος υπουργός Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρας είπε ότι οι αγρότες δεν πρέπει να ζητούν πολλά, καθώς συνεισφέρουν στο ΑΕΠ μόνο κατά 2,8%!

Αλήθεια, τώρα που λόγω του πολέμου πολλοί κάνουν λόγο για επικείμενη επισιτιστική κρίση η οποία απειλεί με πείνα το λαό μας, τί έχει να πει ο εν λόγω υπουργός και συνολικά η κυβέρνηση για την υποτίμηση εκ μέρους τους του ρόλου και της βαρύτητας που πρέπει να έχει η αγροτική παραγωγή στη χώρα μας;

Γιατί ο κίνδυνος να πεινάσουμε είναι πραγματικός, καθώς η Ελλάδα δεν είναι αυτάρκης σε παραγωγή τροφίμων για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του λαού μας και αναγκάζεται να προχωρήσει σε εισαγωγές, οι οποίες, εν καιρώ πολέμου, δεν είναι εξασφαλισμένες και ιδιαίτερα αυτές από εμπόλεμες χώρες. Φρόντισαν γι’ αυτό όλες οι κυβερνήσεις οι οποίες, εφαρμόζοντας τις επιταγές και ντιρεκτίβες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης — περιορισμοί και «αναδιαρθρώσεις» στην παραγωγή και πρόστιμα συνυπευθυνότητας, περικοπές στις επιδοτήσεις/ ενισχύσεις των μικρομεσαίων παραγωγών και αποσύνδεσή τους από την παραγωγή, ελευθερία κίνησης εμπορευμάτων και άρση των τελωνειακών επιβαρύνσεων στις εισαγωγές από χώρες της ΕΕ και τρίτες χώρες κ.α. — οδήγησαν σε συρρίκνωση της ελληνικής αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής, ιδιαίτερα σε προϊόντα που άπτονται άμεσα των διατροφικών αναγκών του λαού μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μαλακό σιτάρι η καλλιέργεια του οποίου, μετά την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ το 1981, μειώθηκε στο ελάχιστο. Από 7.300.000 στρέμματα περίπου που καλλιεργούνταν το 1980 παράγοντας 2.300.000 τόνους, σήμερα καλλιεργούνται περί τα 1.000.000 στρέμματα και η παραγωγή δεν ξεπερνάει τους 300.000 τόνους. Με δεδομένο ότι οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς σε μαλακό σιτάρι ξεπερνούν τους 1,3 εκατ. τόνους ετησίως, οι εισαγωγές φτάνουν κοντά στο 1.000.000 τόνους. Αν ληφθεί υπόψη ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εισαγωγών γίνεται από την Ουκρανία και τη Ρωσία, οι οποίες, λόγω του πολέμου, προχωρούν σε μεγάλους περιορισμούς, έως και διακοπή, των εξαγωγών τους, γίνεται φανερός ο κίνδυνος η χώρας μας να μείνει χωρίς το μαλακό σιτάρι που είναι απαραίτητο για την παραγωγή του ψωμιού.

Το ίδιο γίνεται με το καλαμπόκι που είναι αναγκαίο και για ζωοτροφή, ενώ, με βάση τις επιταγές της ΚΑΠ και την πολιτική των κυβερνήσεων, η Ελλάδα εγκατέλειψε την παραγωγή ζάχαρης — σταμάτησε η τευτλοπαραγωγή, έκλεισαν εργοστάσια — και περιόρισε την παραγωγή αγελαδινού γάλακτος.

Εισαγωγές η χώρα μας κάνει και σε άλλα αγροτικά προϊόντα που σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως το χοιρινό και το μοσχαρίσιο κρέας, τα όσπρια, οι πατάτες, τα κρεμμύδια και άλλα.

Στο πλαίσιο της ίδιας πολιτικής που οδήγησε σε παραγωγική υποχώρηση του πρωτογενούς τομέα της ελληνικής οικονομίας, παραγωγικές μονάδες που διασυνδέονταν με την εγχώρια αγροτική παραγωγή, όπως οι βιομηχανίες λιπασμάτων, σποροπαραγωγής κ.α. έκλεισαν, με αποτέλεσμα η χώρα μας να στηρίζεται αποκλειστικά σε εισαγωγές αγροτικών μέσων και εφοδίων. (Μεγάλο μέρος των εισαγωγών γίνεται από την Ουκρανία και τη Ρωσία, που τώρα, λόγω του πολέμου, θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα).

Κι όλα αυτά όταν η Ελλάδα έχει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες — εδαφολογικές, κλιματολογικές, έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό — για να καλύψει με ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα στο σύνολό τους τις διατροφικές ανάγκες του λαού μας.

Ομως, αυτές οι δυνατότητες δεν αξιοποιούνται διότι, με βάση και την ΚΑΠ της ΕΕ που οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν ως ιερό κειμήλιο και εφαρμόζουν απαρέγκλιτα, το κριτήριο για το τι και πόσο θα παράγει η χώρα μας δεν είναι οι διατροφικές και κοινωνικές ανάγκες του λαού μας, αλλά το κέρδος λίγων καπιταλιστικών επιχειρήσεων που δρουν στο χώρο της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής και των εμπορικών και μεταποιητικών μονοπωλίων. Κέρδη που εξασφαλίζονται στο πλαίσιο της διαβόητης «εξωστρέφειας» που διαλαλούν όλες οι κυβερνήσεις και η οποία προωθεί την παραγωγή προϊόντων που προορίζονται για εξαγωγές και όχι για την κάλυψη των άμεσων διατροφικών αναγκών.

Τώρα που ο πόλεμος θέτει άμεσα τα πραγματικά προβλήματα και διλήμματα, όλοι όσοι ευθύνονται για την απουσία διατροφικής αυτάρκειας της χώρας μας — δηλαδή οι κυβερνήσεις που εφαρμόζουν και τα κόμματα που στηρίζουν την ΚΑΠ της ΕΕ — πρέπει ν’ απολογηθούν ενώπιον του ελληνικού λαού που απειλείται με πείνα. Ν’ εξηγήσουν γιατί υποβαθμίστηκε ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας, ομολογώντας ότι αυτό έγινε στο πλαίσιο μιας ανάπτυξης που μόνο στόχο έχει να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, σε βάρος των συμφερόντων και της ίδιας της ζωής του λαού.

Παύλος Ριζαργιώτης – imerodromos.gr