ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Ζ7 ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΤΟ 1940

Από τον Ιωάννη Ν. Γιαννούλα, φιλόλογο – εκπαιδευτικό του ΓΕΛ Τυρνάβου

Μέσα από τις αλλεπάλληλες κρίσεις που αντιμετώπισε η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε και εκδηλώθηκε ο ηρωισμός πολλών πολιτών στα πεδία της καθημερινότητας με την αγάπη και την ανιδιοτελή προσφορά στον συνάνθρωπο. Όμως, ο ηρωισμός στα πεδία των μαχών από ανθρώπους που υπερέβησαν τα ανθρώπινα μέτρα, ενέπνευσαν και εμψύχωσαν τους άλλους, περνά κάτω από την αψίδα του μεγάλου ηθικού θριάμβου. Τέτοια ήταν η προσφορά των γυναικών της Ζούζουλης και του Επταχωρίου στη συγκλονιστική Μάχη της Πίνδου το 1940 (28/10 – 13/11).

Η πρώτη επίθεση αυτής της μάχης έγινε και από Λαρισαίους στρατιώτες του 1ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος Λάρισας της Σιδηράς (τιμητικά για την ανδρεία στους αγώνες 1912-1922 των Θεσσαλών τσολιάδων) Μεραρχίας Λάρισας (με διοικητή τον υποστράτηγο Βάσο Βραχνό). Οι ελληνικές δυνάμεις που συρρέουν από την 28η Οκτωβρίου γύρω από το Επταχώρι και τη Ζούζουλη (του δήμου Νεστορίου Καστοριάς) δεν ακολουθούνται από επιμελητείες και βοηθητικές υπηρεσίες, είναι δίχως εφόδια. Ο ελληνικός στρατός ρίχθηκε αμέσως (με απόφαση διοικητή Β΄ Σ.Σ. Λάρισας Δημήτριο Παπαδόπουλο) στον εχθρό, τις ιταλικές μεραρχίες, χωρίς βέβαια να περιμένει να έρθουν πρώτα οι εφοδιασμοί για τους οποίους απευθύνθηκε στους κατοίκους της περιοχής.

Οι αξιωματικοί ζήτησαν από τον πρόεδρο (Νίκο Κωστάρα) της Ζούζουλης, χωριό κτισμένο στις πλαγιές του Σμόλικα σε υψόμετρο 1054 μ., τη βοήθεια των κατοίκων για μεταφορά πυρομαχικών, γιατί τα ζώα θα αφηνίαζαν από τις σφαίρες και τις οβίδες. Από τους ηλικιωμένους άλλοι φύλαγαν τα πρόβατα και άλλοι έγιναν οδηγοί της περιοχής ή σύνδεσμοι ή εκτελούσαν κάποια υπηρεσία του στρατού. Έτσι, ο πρόεδρος απευθύνθηκε στις γυναίκες στις γυναίκες του χωριού, που κρύβονταν με τα παιδιά τους στο δάσος, εξαιτίας του φόβου κακοποίησης που προηγήθηκε από τους Ιταλούς στη γειτονική Φούρκα. Εκείνες, πρόθυμες να βοηθήσουν το στρατό, γύρισαν στο χωριό και πήραν τη μεγάλη απόφαση.

Όλες οι γερές Ζουζουλιώτισσες γυναίκες από 20 μέχρι 40 χρονών, αν και είχαν πολλά μικρά παιδιά, αποφάσισαν με σφιγμένη καρδιά πως είναι καλύτερα να αφήσουν τα παιδιά τους μέσα στο φόβο και το κλάμα, που πιο πολύ τα προκαλούσε ο κρότος οβίδων και πολυβόλων και λιγότερο η εγκατάλειψη από τη μάνα – εκεί κοντά γινόταν μάχη – και να βοηθήσουν, μεταφέροντας πυρομαχικά, τους στρατιώτες, «τα άλλα παιδιά» που πολεμούσαν, «σαν Παναγιές με την ευκή στον ώμο τους» (ποίημα «Μάνα και γιος. (1940)» του Νικηφόρου Βρεττάκου), σαν «Αγία Σκέπη».

Τα κιβώτια με τα πυρομαχικά τα έδεναν ζαλίκα στην πλάτη και σχηματίζοντας ομάδα 10-15 γυναικών η μία πίσω από την άλλη τα πήγαιναν στην πρώτη γραμμή κάθε μέρα με δύο ή και τρία καμιά φορά δρομολόγια μέχρι τις 11 Νοεμβρίου μέσα στο κρύο και κάτω από συνεχή, πολλές φορές βροχή. Για να μη βρέχονται τα κιβώτια, τα τύλιγαν καλά με μάλλινες κουβέρτες, που, όταν ήταν μουσκεμένες, βάρυναν το φορτίο. ‘Όμως, τις δυσκόλευε και η ανηφόρα, αλλά και οι σφαίρες με τις οβίδες που έπεφταν συνέχεια, γιατί εκεί κοντά γίνονταν μάχη. Όμως, αυτές γελούσαν και πείραζε η μία την άλλη, που έτυχε να πολεμούν.

Κάθε τόσο σταματούσαν για να προφυλαχθούν και, όταν εμφανίζονταν Ιταλικά αεροπλάνα, έμειναν ακίνητες και έπεφταν κάτω. Όταν σταματούσαν για ξεκούραση ή για ξεφόρτωμα δεν έπρεπε να χτυπούν τα κιβώτια απότομα, γιατί υπήρχε κίνδυνος να σκάσουν οι χειροβομβίδες ή άλλα πυρομαχικά. Έτσι, αποστάσεις μισής ή μιας ώρας, αν και γνώριζαν την περιοχή, τις έκαναν σε διπλάσιο ίσως και περισσότερο χρόνο με αυτοθυσία και αυταπάρνηση. «Και τις ανεμοτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες/… κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,/ μ΄αυτές αντροπατάγανε ψηλά, πέτρα την πέτρα/ κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα / χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ΄την άλλη.» (Ν. Βρεττάκος).

Μαζί με τα πυρομαχικά πήγαιναν στου ς στρατιώτες νερό, ψωμί, τυρί, λίγο φαγητό και ό,τι άλλο πρόχειρο είχαν, ό,τι πρόφταινε να ετοιμάσει η κάθε μία, γυρίζοντας νύχτα στο σπίτι από τη μεταφορά, γιατί οι στρατιώτες δεν είχαν τίποτα να φάνε. Στην επιστροφή καμιά φορά τύχαινε να μεταφέρουν τραυματία μέχρι τη Ζούζουλη και μετά άλλοι τον πήγαιναν στο Επταχώρι, στο πρόχειρο νοσοκομείο.

Με τον ίδιο ηρωισμό και φιλοπατρία περίπου εκατό γυναίκες από το Επταχώρι (στα 880 μ. υψόμετρο) μετέφερναν, φορτωμένες ζαλίκα στην πλάτη, τα πυρομαχικά μέχρι τη Ζούζουλη και τον Αη Λιά, περπατώντας κάποιες φορές μέχρι και δέκα ώρες, ακόμα και σε λάσπες με βροχή. Κάποιες μετέφεραν τραυματισμένους μέχρι το Επταχώρι, άλλες περιποιούνταν τραυματισμένους ή ζύμωναν μέρα νύχτα στο στρατιωτικό φούρνο ή μαγείρευαν.

Οι παραπάνω πληροφορίες αντλήθηκαν από τις συνεντεύξεις που πήρε μεταπολεμικά από τις παρακάτω γυναίκες ως δημοσιογράφος ο Λάζαρος Αρσενίου και ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Μάχη της Πίνδου αλλά και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων : (από τη Ζούζουλη) Κατερίνη Κωστάρη, Γλυκερία Ευαγγέλου, Βαγγελή Ντινολάζου, Ευτυχία Λαζοπούλου, Χάιδω Γεωργίου, Τριανταφυλλιά Αδάμου, Κατερίνη Απ. Κωστάρα, Ασημίνα Παπαβασιλείου, Βαγγελή Ευαγγέλου, Ρούσα Δημητρίου, Ευθυμία Παπαθωμά, (από το Επταχώρι) Αλεξάνδρα Ζούτσου, Σουλτάνα Τζιάβα, Κυράτσω Τσαπράζη, Τριανταφυλλιά Βλάχου.

Όλες αυτές οι γυναίκες και πολλές άλλες παρουσίασαν στους μαχητές ένα λαμπρό παράδειγμα πατριωτισμού και υψηλής αντίληψης του καθήκοντος. Η προσφορά τους υπήρξε μεγαλειώδης και συγκινητική επροσωπώντας και αυτές μαζί με τους μαχητές τη ζωντανή ιστορία της ελεύθερης σκέψης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, είναι ανάγκη να σηκώσουμε τον άγνωστο και ηρωικό Έλληνα λίγο ψηλότερα, βοηθώντας έτσι και συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, απαλλαγμένης από τις παθογένειες του παρελθόντος.

ΠΗΓΕΣ

ΓΕΣ, Επίτομη ιστορία του Ελληνοιταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941, Δνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1985.
Λάζαρος Αρς. Αρσενίου, Η Νίκη της Ελλάδας το 1940-41 στον πόλεμο με την Ιταλία, Έψιλον, Αθήνα 2009.