ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΑΛ

Ανακοίνωση της Αγωνιστικής Παρέμβασης Εκπαιδευτικών Λάρισας

Η παραίτηση αναπληρωτή συναδέλφου από ΕΠΑΛ της Κεφαλονιάς, έφερε στο επίκεντρο της συζήτησης για τα εκπαιδευτικά θέματα τα ΕΠΑΛ. Τα σχολεία αυτά παρουσιάστηκαν ως κέντρα ανομίας και παραβατικότητας, χωρίς όμως να γίνεται καμία συζήτηση για την πολιτική που χρόνια ακολουθείται για την τεχνική εκπαίδευση.

Ποιες είναι όμως οι πολιτικές που αντιμετωπίζουν τα παιδιά των ΕΠΑΛ; Είναι η ΕΒΕ και η τράπεζα θεμάτων, οι νέοι εξεταστικοί φραγμοί, οι Επαγγελματικές Σχολές Κατάρτισης με τη μαθητεία των ανηλίκων των 15 ετών να δίνει φθηνό εργατικό δυναμικό χωρίς δικαιώματα στο μικρό και το μεγάλο κεφάλαιο, τα τεράστια κενά εκπαιδευτικών, οι ελάχιστες προσλήψεις ειδικών επιστημόνων όπως είναι οι ψυχολόγοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί, η συνεχής υποχρηματοδότηση, τα πρότυπα ΕΠΑΛ για τους λίγους. Αυτή είναι η πολιτική της κυβέρνησης και του κράτους για την τεχνική εκπαίδευση.

Αυτή είναι η βίαιη προσαρμογή στην «κανονικότητα» που επιβάλλουν οι πολιτικές της ΕΕ του ΟΟΣΑ και των κυβερνήσεων. Το δόγμα τους είναι: «όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει». Αυτό το δόγμα ακολουθούν και στη δημόσια εκπαίδευση, άρα και στα ΕΠΑΛ. Η επιδίωξη για τον θάνατο της δημόσιας εκπαίδευσης συντονίστηκε με την περίοδο της πανδημίας, όταν όλοι οι νόμοι που ψηφίστηκαν ήταν η εφαρμογή του δόγματος αυτού.

Η τωρινή κυβέρνηση αλλά και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, το ίδιο το σύστημα και εκπαιδευτικό και κοινωνικό, διαχωρίζουν τη λυκειακή εκπαίδευση σε γενική και επαγγελματική, προσδιορίζοντας ταξικά ποιοι σπουδάζουν στα ΕΠΑΛ. Το σύστημα είναι αυτό που βάζει τις ταμπέλες στους εκεί μαθητές με σκοπό να εσωτερικεύσουν την αποτυχία της κοινωνικής τους προέλευσης και της ταξικής τους καταγωγής, ώστε η βία της εξουσίας να τους οδηγεί να αποδέχονται τη βία ως πρακτική. Αυτός ο στιγματισμός των μαθητών και μαθητριών των ΕΠΑΛ είναι αυτός που οδηγεί και στην αποδοχή της ταυτότητας αυτών των παιδιών. Μιας ταυτότητας αποτυχίας και κοινωνικού περιθωρίου που ταιριάζει απόλυτα με την κυρίαρχη κοινωνική αφήγηση για αυτά τα παιδιά και τα σχολεία. Μια βία που μπορεί να την βιώνουν οι μαθητές και οι μαθήτριες σε επίπεδο οικογένειας, γειτονιάς, σχολείου. Είναι η βία της φτώχειας, της ανεργίας, της πείνας, του μηδενικού μέλλοντος. Η βία της καταπάτησης των εργατικών δικαιωμάτων, η βίαια καταστολή των απεργιών και των διεκδικήσεων των εργαζομένων. Είναι η βία εν τέλει που τη γεννά το ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα προκειμένου να αποφέρει τη μεγαλύτερη κερδοφορία.

Το κράτος αυτό που κάνει είναι να παρακολουθεί τα φαινόμενα και ουσιαστικά να τα οξύνει υλοποιώντας μια πολιτική που επίσης οξύνει τα κοινωνικά αίτια αυτής της συμπεριφοράς. Οι αντικοινωνικές συμπεριφορές είναι πολυπαραγοντικές και έτσι πρέπει να εξετάζονται. Και δεν είναι μόνο τα ΕΠΑΛ. Τέτοιου είδους συμπεριφορές απαντώνται και σε ΓΕΛ. Δε μπορεί όμως να γίνεται λόγος για παραβατικότητα γιατί πρέπει να ορίσουμε τι παραβαίνει κάποιος, ειδικά όταν η ίδια η πολιτεία είναι αυτή που δημιουργεί τους όρους και τις συνθήκες στις οποίες συντελούνται αυτές οι αντικοινωνικές συμπεριφορές. Σε αυτές τις συμπεριφορές χρειάζεται να γίνει εστίαση. Η αυστηροποίηση του πειθαρχικού πλαισίου, οι όλο και περισσότερες ποινές, τα κανονιστικά πλαίσια που επιβάλλονται, δεν μπορεί να αποτελούν τη λύση. Το αντίθετο μάλιστα.

Διαμορφώνουν το περιβάλλον που αναπαράγονται τέτοιου είδους συμπεριφορές.
Κι ανάμεσα σε όλα τα παραπάνω βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί εκτιθέμενοι σε όλο το διάστημα της πανδημίας και ιδιαίτερα μετά από αυτή, με μαθητές επηρεασμένους από τον εγκλεισμό και από την τηλε- «εκπαίδευση», να λειτουργούν ουσιαστικά ως σάκος του μποξ από την πλευρά της κυβέρνησης. Η απίστευτη γραφειοκρατία, οι συνεχόμενες απειλές από τη διοίκηση, η αξιολόγηση, τα συνεχόμενα φιρμάνια εντολών και διαταγών που θυμίζουν περισσότερο στρατόπεδο παρά εκπαιδευτική διαδικασία, διαμορφώνουν εκείνο το πλαίσιο που δεν αφήνουν περιθώριο ουσιαστικής οικοδόμησης σχέσεων ανάμεσα σε μαθητές -μαθήτριες και εκπαιδευτικούς.

Το κυνήγι της ύλης, το καθορισμένο πρόγραμμα σπουδών, το ασφυκτικό ωρολόγιο πρόγραμμα όχι μόνο στενεύουν τα περιθώρια διαφορετικής προσέγγισης των παιδιών αλλά ουσιαστικά λειτουργούν ως τροχοπέδη στην προσπάθεια των εκπαιδευτικών για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους θεμάτων. Κανείς συνάδελφος ή συναδέλφισσα δεν πρέπει να παραιτείται από την εργασία του και την προσπάθεια αυτής της προσέγγισης δίνοντας άλλοθι στην πολιτική που εφαρμόζει η σημερινή αλλά και οι προηγούμενες κυβερνήσεις και λειτουργώντας ως εξιλαστήριο θύμα ή αποδιοπομπαίος τράγος.

Χρειάζεται τα παιδιά αυτά να αντιμετωπιστούν ως παιδιά κι όχι ως ενήλικες και αντίπαλοι στην αρένα του ταξικού σχολείου. Άρα και η φροντίδα χρειάζεται να είναι ανάλογη. Φροντίδα με κοινωνική υποστήριξη των παιδιών αυτών και των οικογενειών τους.

Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται το κράτος και η πολιτική που ασκεί να αλλάξει κατεύθυνση ώστε τα σχολεία:

• να είναι στελεχωμένα με εκπαιδευτικούς από την 1η Σεπτέμβρη.

• να είναι στελεχωμένα με ειδικούς επιστήμονες (ψυχολόγους κλπ.). Να υπάρχει όλο το προσωπικό και οι δομές που μπορούν να στηρίξουν μαθητές με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες.

• να μην αποστειρωμένα από τις κοινωνικές επιστήμες και τους κοινωνικούς επιστήμονες όπως έπραξε το 2020 η κυβέρνηση καταργώντας τα αντίστοιχα μαθήματα.

• να ενισχυθούν με γενναία χρηματοδότηση και υλικοτεχνική υποδομή για να στηρίξουν το εκπαιδευτικό έργο.

• να στεγάζονται σε σύγχρονα κτίρια όπου οι μαθητές και οι μαθήτριες να μην στοιβάζονται 27αρια και 30αρια τμήματα κι όχι σε κοντέινερ και προκάτ κατασκευές.

Σε τέτοια σχολεία χρειάζεται να στηριχθούν ξεχωριστά οι νεότεροι με πραγματική επιμόρφωση κι όχι με θεσμούς όπως είναι ο μέντορας που όχι μόνο δεν στηρίζει τους νέους εκπαιδευτικούς, αλλά προσπαθεί να εδραιώσει νέες ιεραρχίες στο σχολείο, ενώ παράλληλα τους αντιμετωπίζει ως τον αδύναμο κρίκο που θα της επιτρέψει να περάσει την πολιτική της και την αξιολόγηση. Και φυσικά όλοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να στηριχθούν οικονομικά με πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς και όχι με επιδόματα και voucher.

Η κυβέρνηση της ΝΔ ασκώντας κατά βάση μια θατσερική πολιτική συνολικά για την κοινωνία και ειδικά για τη δημόσια εκπαίδευση διαλύει κάθε έννοια κοινωνικής υποστήριξης και κοινωνικών υποδομών. Εδώ χρειάζεται πραγματικά να στηριχτούν μέσω ενός δικτύου αλληλεγγύης των πρωτοβάθμιων σωματείων, των καθηγητών, των γονέων και των παιδιών, τα παιδιά και οι οικογένειες τους, ώστε να αντιληφθούν πως μέσα από τη συλλογική διεκδίκηση και ανατροπή των πολιτικών εκείνων που δημιουργούν αυτές τις συνθήκες εμφάνισης αυτών των συμπεριφορών θα μπορούν να σταθούν στην κοινωνία ως ενεργά υποκείμενα κι όχι ως αντικείμενα προς εκμετάλλευση κάθε είδους.

Το εκπαιδευτικό κίνημα, τέλος, οφείλει να παλέψει για την κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου που διαχωρίζει τα σχολεία σε σχολεία για “καλούς” και σχολεία του αποκλεισμού και μειωμένων προσδοκιών για “αδύνατους” μαθητές, στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου που θα συνδυάζει την τεχνολογική με τη γενική γνώση, χωρίς φραγμούς και διακρίσεις για κανένα μαθητή.