ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΤΕΘΕΣΕ Ο ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ.

Ο Αλέξης Τσίπρας κατέθεσε πρόταση μομφής το μεσημέρι της Τετάρτης στη Βουλή μετά τις τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο των υποκλοπών. «Η κυβέρνηση πλέον δεν μπορεί να παραμένει ούτε μία ημέρα στη θέση της», τονίζοντας υποβάλλοντας την πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη «για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και της διαφάνειας».

«Εμείς αυτή την εκτροπή δεν δικαιούμεθα να την καταπιούμε», σημείωσε χαρακτηριστικά από την Ολομέλεια, έχοντας νωρίτερα αποκαλύψει έξι πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ, επιβεβαιώνοντας πλήρως τα δημοσιεύματα του Documento.

«Έχουμε μονάχα το Σύνταγμα και τα εργαλεία που η Δημοκρατία μας προσφέρει. Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση είναι αμετάκλητα ένοχοι σε αυτή την υπόθεση. Η παραμονή στη διακυβέρνηση της χώρας όσων έκαναν πεδίο υποκλοπών την εθνική μας ασφάλεια, είναι επικίνδυνη για τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα.

«Τέσσερις οι διατάξεις παρακολούθησης Χατζηδάκη από την εισαγγελέα Βλάχου. Για τους δε στρατιωτικούς οι διατάξεις αφορούσαν διάστημα από τον Ιούλιο του 2020 έως τον Μάιο του 2022. Η ΕΥΠ του Μητσοτάκη άκουγε για περίπου δύο χρόνια. Η αρμόδια εισαγγελέας έχει υπογράψει δεκάδες διατάξεις για την παρακολούθηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Ποιος ο λόγος εθνικής ασφάλειας για να παρακολουθούνται οι ταγοί της εθνικής μας ασφάλειας;», διερωτήθηκε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί

«Πρόταση δυσπιστίας» είναι η πρόταση που καταθέτει κόμμα της αντιπολίτευσης στη Βουλή των Ελλήνων, με σκοπό το Σώμα να άρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση ή από μέλος της.

Το καθεστώς που διέπει τη διαδικασία περιγράφεται πρωτίστως στο άρθρο 84 του Συντάγματος και με πιο αναλυτικό τρόπο στο άρθρο 142 του Κανονισμού της Βουλής. Βάσει του άρθρου 84, η πρόταση δυσπιστίας κατατίθεται, εφόσον φέρει την υπογραφή του 1/6 του όλου αριθμού των βουλευτών (δηλαδή από 50 βουλευτές) και πρέπει να περιλαμβάνει με σαφήνεια τα θέματα, για τα οποία οι βουλευτές αίρουν την εμπιστοσύνη τους από την κυβέρνηση εν συνόλω ή από κάποιο μέλος της.

Οι βουλευτές καταθέτουν την πρόταση προς τον Πρόεδρο της Βουλής κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας συνεδρίασης του Σώματος. Σε περίπτωση που η πρόταση υπογράφεται, όπως προαναφέρθηκε, από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό βουλευτών, τότε η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της για δύο ημέρες, εκτός κι αν η κυβέρνηση ζητήσει να ξεκινήσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας.

Σε ό,τι αφορά τα χρονικά περιθώρια, ο Κανονισμός της Βουλής επισημαίνει πως η συζήτηση στην Ολομέλεια ολοκληρώνεται το αργότερο τη δωδεκάτη νυκτερινή της τρίτης ημέρας από την έναρξή της με ονομαστική ψηφοφορία. Σύμφωνα, πάντα με το άρθρο 142 του Κανονισμού της Βουλής, η συζήτηση επί της πρότασης δυσπιστίας ξεκινά με την ομιλία δύο τουλάχιστον βουλευτών από εκείνους που την υπέγραψαν. Παράλληλα, μέχρι το τέλος της ομιλίας των δύο βουλευτών, συντάσσεται ο πλήρης κατάλογος των ομιλητών που θα τοποθετηθούν ενώπιον της Ολομέλειας.

Προκειμένου να γίνει δεκτή η πρόταση μομφής εναντίον της κυβέρνησης εν συνόλω ή κατά κάποιου μέλους, θα πρέπει να έχει υπερψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151 βουλευτές). Επισημαίνει ότι δεν μπορεί να υποβληθεί εκ νέου πρόταση μομφής, εάν δεν έχει συμπληρωθεί χρόνος έξι μηνών, από την απόρριψη προηγούμενης όμοιας πρότασης, εκτός αν υπογράφεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.