Παγκόσμιο πρότζεκτ με Λαρισινή υπογραφή

Ένα παγκόσμιο πρότζεκτ που φέρει Λαρισινή υπογραφή συγκλονίζει για ακόμα μια φορά! Πρόκειται για την «Ιπτάμενη Πιανίστρια» Έλενα Ξυδιά, που παίζει πιάνο στο πιο μυστηριώδες μοναστήρι της Ευρώπης 900 μέτρα υψόμετρο – Εκεί όπου εμπνεύστηκε ο Umberto Eco Το Όνομα του Ρόδου

Όταν κάποιος βρίσκεται απέναντι από το μοναστήρι της Sacra di San Michele καταλαβαίνει αμέσως γιατί ο Umberto Eco βρήκε εκεί κάτι περισσότερο από ένα μοναστήρι. Καταλαβαίνει γιατί γεννήθηκε μια ατμόσφαιρα ικανή να εμπνεύσει το «Όνομα του Ρόδου», γιατί υπάρχουν τόποι που δεν μοιάζουν να ανήκουν στον κόσμο που γνωρίζουμε.

Στο ίδιο μέρος όπου η ιστορία, ο θρύλος και το μυστήριο συναντήθηκαν και έγιναν πηγή έμπνευσης, ΟΛαρισαίος σκηνοθέτης και η Έλενα Ξυδιά ταξίδεψαν για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού κινηματογραφικού έργου, σε ένα από τα πιο επιβλητικά και αινιγματικά μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς στον κόσμο, μεταφέροντας τη μουσική και την εικόνα εκεί όπου κάποτε γεννήθηκε μια άλλη μεγάλη δημιουργία.

Υπάρχουν κάποιες εικόνες που το μυαλό αρνείται να δεχτεί ως πραγματικές και η πρώτη εικόνα της Sacra di San Michele είναι μία από αυτές.

Καθώς κάποιος πλησιάζει, σηκώνει το βλέμμα και για λίγα δευτερόλεπτα μένει ακίνητος. Είναι δύσκολο να πιστέψει ότι αυτό που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού είναι πραγματικά ένα μοναστήρι. Το μάτι προσπαθεί να βρει μια λογική εξήγηση, αλλά δεν βρίσκει. Μοιάζει περισσότερο με οφθαλμαπάτη, με ένα πέτρινο όραμα που κάποιος ζωγράφισε πάνω στην κορυφή ενός ξεχασμένου βουνού.

Πρόκειται για ένα μοναστήρι της Βόρειας Ιταλίας, στα σύνορα ακριβώς με τη Γαλλία, γεμάτο απόκρυφα μυστικά. Αρκεί κάποιος να αναζητήσει πληροφορίες στο διαδίκτυο και θα ανακαλύψει αρκετές ιστορίες γύρω από αυτό…

Το μοναστήρι είναι χτισμένο πάνω σε ένα σημείο της λεγόμενης Γραμμής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που σχηματίζει ένα αόρατο σπαθί συνδέοντας μοναστήρια ( ανάμεσά τους και ένα ελληνικό ) και ιερούς τόπους μέσα στους αιώνες.

Ίσως γι’ αυτό δημιουργείται η αίσθηση πως υπάρχει κάτι περισσότερο εκεί… κάτι που δεν εξηγείται.

Την προηγούμενη ημέρα προηγήθηκε δίωρη διαδρομή για το ρεπεράζ, με τα πόδια, βήμα βήμα, μέχρι την κορυφή. Όσο η η Έλενα Ξυδιά με τον Πασχάλη Μάντη πλησίαζαν, όλα έμοιαζαν να αλλάζουν. Οι ήχοι του κόσμου έμεναν πίσω, η μικρή πόλη Avigliana χανόταν και μαζί της χανόταν και η αίσθηση του χρόνου.

Υπήρχε μόνο η διαδρομή και αυτό που υψωνόταν μπροστά τους.

Καθώς πλησίαζαν, δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Υπήρχαν στιγμές όπου η σιωπή μπορούσε να πει περισσότερα από οποιαδήποτε συζήτηση.

Το φως της δύσης έπεφτε κατακόκκινο πάνω στις πέτρες, ο αέρας περνούσε ανάμεσα από τις καμάρες και εκεί ψηλά υπήρχε μια ηρεμία σχεδόν απόλυτη.Και όσο περνούσε η ώρα, το φως άρχισε να σβήνει. Η νύχτα ήρθε σχεδόν ανεπαίσθητα.

Κατά την επιστροφή, τα βλέμματα γύριζαν συνεχώς προς τα πίσω, σαν να είχε μείνει κάτι ανολοκλήρωτο, σαν να είχε αρχίσει μια ιστορία που δεν είχε τελειώσει ακόμη.

Την επόμενη ημέρα, στις πέντε το πρωί, βρέθηκαν ξανά εκεί. Το βουνό μόλις ξυπνούσε και μέσα σε εκείνο το σχεδόν απόκοσμο τοπίο εμφανίστηκαν οι μοναχοί.

Περίμεναν.

Άνοιξαν πόρτες, άνοιξαν διαδρομές, άνοιξαν κόσμους.

Και κάπως έτσι, στο πλαίσιο της καμπάνιας της Έλενας Ξυδιά και της δημιουργίας ενός κινηματογραφικού έργου για ένα παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς (ίσως το πιο επιβλητικό και ομορφότερο μοναστήρι στον κόσμο ) συνέβη κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε αδιανόητο.

Ένα ελληνικό πιάνο βρέθηκε μπροστά από την κεντρική πύλη του μοναστηριού, στα 900 μέτρα υψόμετρο, εκεί όπου πολλές φορές είναι δύσκολο ακόμη και να μεταφέρει κάποιος τον ίδιο του τον εαυτό.

Η κάμερα ξεκίνησε να καταγράφει και κάθε πλάνο έμοιαζε περισσότερο με ανάμνηση παρά με εικόνα.

Εκεί, όπως περιγράφουν οι ίδιοι οι δημιουργοί, κατάλαβαν τον Umberto Eco. Όχι διαβάζοντάς τον, αλλά περπατώντας εκεί όπου περπάτησε η σκέψη του.

“Όταν το γύρισμα τελείωσε πιστεύαμε πως η εμπειρία είχε ολοκληρωθεί.

Κάναμε λάθος.

Οι μοναχοί μάς οδήγησαν σε μια διαδρομή που έμοιαζε να έχει ξεφύγει από ξεχασμένο χειρόγραφο. Περάσαμε πύλες, κρυφές γωνιές, υπόγειους χώρους και πέτρινους διαδρόμους που έμοιαζαν να οδηγούν κάπου πέρα από το μοναστήρι. Υπήρχε τόσο μυστήριο και τόση μυσταγωγία, που για πρώτη φορά οι κάμερες έμοιαζαν ανεπαρκείς.

Γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν καταγράφονται. Δεν έχει σημασία πόσα πλάνα θα τραβήξεις. Απλώς δεν γίνεται.

Και ίσως το πιο παράξενο κομμάτι αυτού του ταξιδιού να ήταν τελικά η επιστροφή. Γιατί ο δρόμος που κατεβαίνει από τη Sacra di San Michele σε αναγκάζει να πάρεις μια απόφαση: να κοιτάξεις πίσω ή να μην κοιτάξεις.

Γιατί αν κοιτάξεις, έχεις την αίσθηση ότι θα θελήσεις να γυρίσεις.

Και αν γυρίσεις, ίσως να μη φύγεις ποτέ ξανά.”

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.

▌ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΗΜΕΡΑ

▌ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ