Αντιβίωση μέχρι το τελευταίο χάπι; Νέα δεδομένα αμφισβητούν έναν κανόνα δεκαετιών
Για δεκαετίες η οδηγία ήταν ξεκάθαρη: «Πρέπει πάντα να τελειώνεις την αντιβίωση». Νεότερα επιστημονικά δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι σε αρκετές συχνές λοιμώξεις η μικρότερη διάρκεια θεραπείας μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική – και σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμότερη.
Είναι μια συμβουλή που οι περισσότεροι έχουμε ακούσει κάποια στιγμή από γιατρό ή φαρμακοποιό: ακόμη κι αν αισθανθείς καλύτερα, μην αφήσεις την αντιβίωση στη μέση. Πάρε όλα τα χάπια που σου έχουν δοθεί, διαφορετικά η λοίμωξη μπορεί να επιστρέψει και τα μικρόβια να αποκτήσουν αντοχή.
Η αντίληψη αυτή κυριάρχησε για δεκαετίες. Σήμερα, ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα βλέπει τη διάρκεια της αντιβιοτικής θεραπείας με διαφορετικό μάτι.
Νέα μελέτη Αμερικανών ερευνητών, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Open Forum Infectious Diseases, επαναφέρει τη συζήτηση στο προσκήνιο. Όχι επειδή ανακάλυψε ξαφνικά ότι πρέπει να σταματάμε την αντιβίωση μόλις αισθανθούμε καλύτερα – αυτό θα ήταν μια επικίνδυνη παρερμηνεία. Αλλά επειδή δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη παραμένει στους ασθενείς η πεποίθηση ότι «περισσότερες ημέρες θεραπείας σημαίνουν καλύτερη θεραπεία».
Τι έχει αλλάξει
Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί περισσότερες από 120 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που συνέκριναν μικρότερης και μεγαλύτερης διάρκειας αντιβιοτικές θεραπείες για συχνές λοιμώξεις.
Τα αποτελέσματα έχουν οδηγήσει σε μια σημαντική αλλαγή προσέγγισης: σε αρκετές περιπτώσεις, μια μικρότερη αγωγή μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική και ασφαλής με μια μεγαλύτερη.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή τα αντιβιοτικά δεν είναι φάρμακα που πρέπει να λαμβάνονται «για καλό και για κακό». Κάθε επιπλέον ημέρα θεραπείας σημαίνει μεγαλύτερη έκθεση του οργανισμού στο φάρμακο, περισσότερες πιθανότητες ανεπιθύμητων ενεργειών και μεγαλύτερη πίεση στα βακτήρια, η οποία μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη αντοχής.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι να παίρνουμε ένα αντιβιοτικό όσο περισσότερο γίνεται, αλλά για όσο διάστημα πραγματικά χρειάζεται.
Οι ασθενείς εξακολουθούν να προτιμούν τις μεγαλύτερες θεραπείες
Οι ερευνητές θέλησαν να δουν κατά πόσο αυτή η αλλαγή έχει περάσει και στην αντίληψη του κοινού.
Ρώτησαν 1.475 ανθρώπους στις ΗΠΑ ποια διάρκεια αντιβίωσης θα προτιμούσαν σε περίπτωση βακτηριακής λοίμωξης του αναπνευστικού, όπως η πνευμονία.
Οι 892 επέλεξαν θεραπεία επτά ημερών ή περισσότερο, αντί μιας μικρότερης διάρκειας 3 έως 5 ημερών.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί. Για χρόνια το μήνυμα ήταν ότι η ολοκλήρωση μιας μακρύτερης αγωγής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να εξαφανιστεί η λοίμωξη και να αποτραπεί η αντοχή στα αντιβιοτικά.
«Ιστορικά υπήρχε πολύ ισχυρή καθοδήγηση από μεγάλους οργανισμούς υγείας και γιατρούς ότι πρέπει πάντα να ολοκληρώνουμε την αγωγή», εξηγεί ο Alistair Thorpe, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.
Τα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί έκτοτε, όμως, δείχνουν ότι ο κανόνας δεν μπορεί να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε λοίμωξη και σε κάθε ασθενή.
Τι συμβαίνει με την αντοχή στα αντιβιοτικά
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη ανατροπή σε σχέση με όσα πιστεύαμε επί χρόνια.
Η μικροβιακή αντοχή αποτελεί μια από τις σοβαρότερες απειλές για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, με τα ανθεκτικά στα φάρμακα βακτήρια να συνδέονται με περισσότερους από ένα εκατομμύριο θανάτους κάθε χρόνο.
Για μεγάλο διάστημα θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο ότι η πρόωρη διακοπή της αντιβίωσης συμβάλλει στην ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβίων. Τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η αδικαιολόγητα παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών μπορεί και αυτή να ενισχύσει το πρόβλημα, καθώς όσο περισσότερο εκτίθενται τα βακτήρια στα φάρμακα τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση για την επιλογή ανθεκτικών στελεχών.
Γι’ αυτό και η σύγχρονη ιατρική στρέφεται όλο και περισσότερο στην αρχή της μικρότερης αποτελεσματικής διάρκειας: αρκετό αντιβιοτικό ώστε να αντιμετωπιστεί η λοίμωξη, αλλά όχι περισσότερο από όσο χρειάζεται.
Αυτό όμως δεν σημαίνει «σταματάω όταν αισθανθώ καλύτερα»
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Τα νέα δεδομένα δεν σημαίνουν ότι ένας ασθενής πρέπει να αποφασίζει μόνος του πότε θα σταματήσει την αντιβίωση. Η κατάλληλη διάρκεια εξαρτάται από το είδος της λοίμωξης, το αντιβιοτικό, τη βαρύτητα της νόσου και την κατάσταση του ίδιου του ασθενούς.
Υπάρχουν μάλιστα σοβαρές λοιμώξεις, όπως η φυματίωση και ορισμένες σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις, στις οποίες απαιτείται πολύ μεγαλύτερη θεραπεία.
Επομένως, αν ο γιατρός έχει συνταγογραφήσει συγκεκριμένο αριθμό ημερών, ο ασθενής δεν πρέπει να τον μειώνει από μόνος του επειδή υποχώρησαν τα συμπτώματα. Εκείνο που αλλάζει είναι ότι ο ίδιος ο γιατρός μπορεί, όταν τα επιστημονικά δεδομένα το επιτρέπουν, να επιλέξει εξαρχής μικρότερη διάρκεια θεραπείας.
Ένας κανόνας δεκαετιών αρχίζει να αλλάζει
Η μελέτη έδειξε και κάτι ακόμη ενδιαφέρον. Μόλις το 17,5% των συμμετεχόντων είχε ακούσει ποτέ από επαγγελματία υγείας ότι ενδέχεται, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να μη χρειάζεται να συνεχίσει ένα αντιβιοτικό για πολλές ημέρες. Παρ’ όλα αυτά, το 58,4% δήλωσε ότι θα αισθανόταν τουλάχιστον σχετικά άνετα με μια τέτοια οδηγία εφόσον προερχόταν από τον γιατρό του.
Και περισσότεροι από εννέα στους δέκα δήλωσαν ότι εμπιστεύονται τη συμβουλή του γιατρού τους.
Ίσως, λοιπόν, το μήνυμα γύρω από τα αντιβιοτικά χρειάζεται απλώς να γίνει πιο ακριβές.
Το παλιό «πάρε οπωσδήποτε την αντιβίωση μέχρι το τελευταίο χάπι» δίνει σταδιακά τη θέση του σε μια πιο σύγχρονη αρχή:
Το αντιβιοτικό πρέπει να λαμβάνεται ακριβώς για όσο χρειάζεται – ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο. Και το πόσο είναι αυτό, δεν το αποφασίζει ο ασθενής, αλλά ο γιατρός.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.
























