Στο στόχαστρο του αμερικανικού Κογκρέσου η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και η σιωπή του Ρούμπιο στην Αθήνα
Νέες αποκαλύψεις της Wall Street Journal για αίτημα καταβολής 100.000 δολαρίων από χρηματοδότη του Τραμπ, προστίθενται στις καταγγελίες για τη δράση της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Ελλάδα. Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές ζητούν εξηγήσεις και έλεγχο από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ενώ ο Μάρκο Ρούμπιο αποφεύγει να τοποθετηθεί επί της ουσίας.
Στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, μετά από διαδοχικά δημοσιεύματα της Wall Street Journal που εγείρουν ερωτήματα τόσο για τις οικονομικές της συναλλαγές πριν από τον διορισμό της όσο και για τη δραστηριότητά της κατά την άσκηση των διπλωματικών της καθηκόντων.
Η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει την παρέμβαση κορυφαίων Δημοκρατικών μελών των επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, που ζητούν από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών να εξετάσει τις καταγγελίες και να διευκρινίσει εάν έχουν παραβιαστεί κανόνες δεοντολογίας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal στις 7 Οκτωβρίου, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από τον Έρικ Ντίτερς, χρηματοδότη και υποστηρικτή του Ντόναλντ Τραμπ, να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση οφειλής της προς την American Express. Το αίτημα φέρεται να διατυπώθηκε τον Ιούλιο του 2025, λίγες ημέρες πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού της ως πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Η αμερικανική εφημερίδα αναφέρει ότι εξέτασε ηλεκτρονικά μηνύματα και επικοινωνίες μεταξύ των δύο πλευρών, από τα οποία προκύπτει ότι η Γκίλφοϊλ φέρεται να είχε προσφερθεί να αξιοποιήσει τις γνωριμίες της με πρόσωπα της κυβέρνησης Τραμπ προκειμένου να βοηθήσει τον Ντίτερς σε προσωπικές φορολογικές και νομικές υποθέσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ζητήθηκε η καταβολή των χρημάτων. Σε μήνυμα μέσω της εφαρμογής Signal, η Γκίλφοϊλ φέρεται να εξηγούσε ότι η απευθείας πληρωμή προς την American Express δεν θα εμφανιζόταν ως μεταφορά χρημάτων στον προσωπικό της λογαριασμό.
Ο Ντίτερς υποστήριξε ότι είχε ήδη καταβάλει περίπου 300.000 δολάρια για δημόσιες εμφανίσεις της, αλλά τελικά δεν πραγματοποίησε την επίμαχη πληρωμή των 100.000 δολαρίων.
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος της Γκίλφοϊλ αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων που παρουσιάστηκαν στην εφημερίδα. Η ίδια αρνείται οποιαδήποτε παράτυπη συμπεριφορά.
Η νέα υπόθεση έρχεται να προστεθεί σε προηγούμενο δημοσίευμα της Wall Street Journal, τον Σεπτέμβριο, το οποίο αφορούσε τη δραστηριότητα της Γκίλφοϊλ κατά την άσκηση των καθηκόντων της στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η Αμερικανίδα πρέσβειρα φέρεται να προώθησε επιχειρηματικά συμφέροντα συγκεκριμένου ελληνικού κατασκευαστικού και ενεργειακού ομίλου κατά τη διάρκεια επίσημων διπλωματικών επαφών.
Παράλληλα, διατυπώθηκαν καταγγελίες για τη συμμετοχή του Χρήστου Μαραφάτσου, εγγεγραμμένου λομπίστα που εκπροσωπεί ελληνικές επιχειρήσεις, σε συναντήσεις με κυβερνητικούς αξιωματούχους άλλων χωρών.
Το ζήτημα που τίθεται είναι εάν ένας ιδιώτης, ο οποίος εκπροσωπεί συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, είχε πρόσβαση σε επίσημες διπλωματικές συναντήσεις χωρίς να αποσαφηνίζεται επαρκώς ο επαγγελματικός του ρόλος.
Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική διάσταση απέκτησαν οι αναφορές για δηλώσεις που φέρεται να έκανε η Γκίλφοϊλ σχετικά με τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να επηρεάζουν πολιτικές εξελίξεις σε άλλες χώρες.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, σε δείπνο στις 18 Μαρτίου 2026, η πρέσβειρα φέρεται να αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Ρουμανία και να υποστήριξε, απευθυνόμενη στον Έλληνα υπουργό Ενέργειας, ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανάλογες εξελίξεις και στην Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη αναφορά περιλαμβάνεται πλέον και σε επίσημη επιστολή προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, γεγονός που δείχνει ότι οι καταγγελίες έχουν περάσει από το επίπεδο των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων σε εκείνο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Στις 6 Οκτωβρίου, η Δημοκρατική γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, δημοσιοποίησε επιστολή προς τον Μάρκο Ρούμπιο, ζητώντας άμεση εξέταση της συμπεριφοράς της Γκίλφοϊλ.
Η Σαχίν επισημαίνει ότι η προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων μέσω μιας επίσημης διπλωματικής θέσης μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Στην επιστολή τίθενται συγκεκριμένα ερωτήματα για τον ρόλο του λομπίστα, τις συναντήσεις στις οποίες συμμετείχε, την ενημέρωση των ξένων κυβερνητικών αξιωματούχων σχετικά με την ιδιότητά του, καθώς και για ενδεχόμενες παροχές ή διευκολύνσεις προς την πρέσβειρα από ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Ανάλογη παρέμβαση είχε προηγηθεί από τον Δημοκρατικό βουλευτή Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ο Μικς ζήτησε εξηγήσεις από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και υποστήριξε ότι, εφόσον επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, η Γκίλφοϊλ δεν θα πρέπει να παραμείνει στη θέση της.
Πρόκειται για παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών της Δημοκρατικής αντιπολίτευσης στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές και όχι για διαπιστωμένη ενοχή ή απόφαση του Κογκρέσου εναντίον της πρέσβειρας.
Το νέο δημοσίευμα προκάλεσε ερωτήσεις προς τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα για επίσημες επαφές. Ο Μάρκο Ρούμπιο κατά την αναχώρησή του από την Ελλάδα, την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, και όπως μεταδίδει το Associated Press, δήλωσε ότι γνωρίζει την ύπαρξη του δημοσιεύματος, αλλά δεν γνωρίζει εάν οι καταγγελίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν προτίθεται να τις σχολιάσει.
Η δήλωση έγινε στο αεροδρόμιο της Αθήνας, λίγο πριν επιβιβαστεί στο αεροσκάφος του, παρουσία της ίδιας της Γκίλφοϊλ, η οποία βρισκόταν εκεί για να τον αποχαιρετήσει.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















