Η Ελλάδα έγινε «οικονομία του καφέ» – Περισσότερες δουλειές, χαμηλότεροι μισθοί και μια οικονομία που μένει πίσω
Η απασχόληση στην εστίαση και τον τουρισμό αυξήθηκε κατά 87%, την ώρα που η παραγωγικότητα της εργασίας υποχώρησε κατά 16% και οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν σημαντικά. Οι ερευνητές προειδοποιούν για μια οικονομία που στηρίζεται ολοένα περισσότερο στη φθηνή εργασία και στις υπηρεσίες χαμηλής παραγωγικότητας.
Η Ελλάδα μπορεί να υποδέχεται εκατομμύρια τουρίστες, να βλέπει ξενοδοχεία και καταστήματα εστίασης να πολλαπλασιάζονται και να καταγράφει σημαντικά έσοδα από τον τουρισμό, όμως πίσω από αυτή την εικόνα ανάπτυξης κρύβεται μια διαφορετική οικονομική πραγματικότητα. Μια μελέτη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics (LSE) περιγράφει τη χώρα ως μια «οικονομία του καφέ», στην οποία η συνεχής επέκταση της εστίασης και των τουριστικών δραστηριοτήτων δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων.
Η μελέτη, με τίτλο «The Café Economy», την οποία υπογράφουν οι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μισσός, Χρήστος Πέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης, εξετάζει τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην ελληνική οικονομία μετά την κρίση χρέους και την εφαρμογή των τριών μνημονίων της περιόδου 2010-2018.
Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό: παρά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις υποσχέσεις για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζει μεγάλο μέρος της οικονομικής της δραστηριότητας σε:
- κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας,
- περιορισμένων αμοιβών και
- έντονης εποχικότητας.
Περισσότερες θέσεις εργασίας, αλλά μικρότερη παραγωγικότητα
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα αφορά την εντυπωσιακή αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο των καταλυμάτων και της εστίασης.
Από το 2009 έως το 2023, οι θέσεις εργασίας στον συγκεκριμένο τομέα αυξήθηκαν κατά 87%. Ωστόσο, την ίδια περίοδο, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου αυξήθηκε μόλις κατά 11%.
Η μεγάλη αυτή απόκλιση δείχνει ότι η δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση της οικονομικής αξίας που παράγεται. Με άλλα λόγια, περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται σε δραστηριότητες που αποδίδουν σχετικά μικρή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη υποχώρηση της παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 16% μεταξύ 2009 και 2024 και εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από την οικονομική κρίση.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μετατόπιση της απασχόλησης προς την εστίαση και τα καταλύματα ευθύνεται για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής μείωσης της παραγωγικότητας.
Την ίδια περίοδο, η χώρα έχασε εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας σε παραγωγικούς κλάδους, όπως η μεταποίηση, χωρίς να αναπτυχθεί επαρκώς η απασχόληση σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας.
Η ανάπτυξη που δεν έφτασε στους μισθούς
Η μελέτη καταγράφει μείωση των πραγματικών μισθών κατά 26% έως 35% συνολικά, ενώ στον τουριστικό τομέα η μείωση των πραγματικών μισθών έφτασε έως και το 60%!
Οι πραγματικοί μισθοί αποτυπώνουν την αγοραστική δύναμη των αποδοχών, δηλαδή πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με το εισόδημά του, αφού ληφθούν υπόψη οι μεταβολές των τιμών.
Οι ερευνητές συνδέουν αυτή την εξέλιξη με τη μεγάλη μείωση της συνολικής ζήτησης κατά την περίοδο της λιτότητας και τη συμπίεση των αμοιβών, υποστηρίζοντας ότι η προσαρμογή της οικονομίας πραγματοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό εις βάρος της εργασίας.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η διατήρηση χαμηλών μισθών δεν αποτελεί απαραίτητα πλεονέκτημα για την οικονομία. Όταν οι επιχειρήσεις μπορούν να στηρίζονται στη φθηνή εργασία, περιορίζονται τα κίνητρα για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, εξοπλισμό και καινοτόμες μεθόδους παραγωγής.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο οι χαμηλές αμοιβές συνυπάρχουν με τη χαμηλή παραγωγικότητα, δυσκολεύοντας τη μετάβαση σε ένα πιο ανταγωνιστικό οικονομικό μοντέλο.
Πτυχιούχοι σε δουλειές κατώτερες των προσόντων τους
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ανθρώπινο δυναμικό που απασχολείται στον τουρισμό και στην εστίαση.
Παρότι το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων έχει αυξηθεί, μεγάλο μέρος τους απασχολείται σε θέσεις που δεν απαιτούν τις γνώσεις και τις δεξιότητες που διαθέτουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η μελέτη, περισσότερο από το 86% των νέων πτυχιούχων που εργάζονται στον τουρισμό και στη φιλοξενία απασχολείται σε θέσεις κατώτερες των τυπικών προσόντων του.
Η Ελλάδα εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά υπερεκπαίδευσης σε σχέση με τις απαιτήσεις της εργασίας στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία.
Πρόκειται για μια εξέλιξη με συνέπειες που ξεπερνούν το ζήτημα των μισθών. Η οικονομία δεν αξιοποιεί πλήρως τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην εκπαίδευση, ενώ οι νέοι εργαζόμενοι συχνά δεν βρίσκουν επαγγελματικές ευκαιρίες αντίστοιχες με τις σπουδές τους.
Ο τουρισμός προσφέρει έσοδα, αλλά αυξάνει και την εξάρτηση
Η μελέτη δεν παραγνωρίζει τη σημαντική συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία.
Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι οι ταξιδιωτικές εισπράξεις συνέβαλαν ουσιαστικά στη βελτίωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της χώρας. Το πλεόνασμα των ταξιδιωτικών υπηρεσιών βελτιώθηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2009 και 2023, καλύπτοντας περίπου το μισό της συνολικής μείωσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά την ίδια περίοδο.
Ωστόσο, αυτή η θετική συμβολή συνοδεύεται από σημαντικές αδυναμίες.
Όσο μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας εξαρτάται από τον τουρισμό, τόσο περισσότερο η χώρα εκτίθεται στις διακυμάνσεις της διεθνούς ζήτησης, στις εποχικές μεταβολές και σε εξωτερικές κρίσεις που μπορούν να επηρεάσουν τις ταξιδιωτικές ροές.
Η υπερβολική συγκέντρωση δραστηριοτήτων γύρω από τον τουρισμό επιβαρύνει επίσης τις τοπικές κοινωνίες και το περιβάλλον, ιδιαίτερα σε περιοχές που αντιμετωπίζουν ήδη φαινόμενα υπερτουρισμού.
Στο πρόβλημα προστίθεται η στεγαστική κρίση, καθώς η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και οι ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων, δυσκολεύοντας την πρόσβαση των μόνιμων κατοίκων και των εργαζομένων σε προσιτή κατοικία.
Μια οικονομία που κινδυνεύει να μείνει στάσιμη
Οι συγγραφείς περιγράφουν τη διαμόρφωση ενός «δυαδικού» οικονομικού μοντέλου, στο οποίο συνυπάρχουν διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας, με ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης να συγκεντρώνεται σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Πρόκειται, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, για χαρακτηριστικό που συναντάται συχνότερα σε λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες ή σε χώρες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο.
Η εξέλιξη αυτή αμφισβητεί και μια βασική παραδοχή των πολιτικών που εφαρμόστηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο: ότι η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων θα οδηγούσε αυτομάτως σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ανταγωνιστικότητα.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η βαθιά ύφεση, η συρρίκνωση της ζήτησης και η μείωση των μισθών είχαν μακροχρόνιες συνέπειες, από τις οποίες η ελληνική οικονομία δεν έχει ανακάμψει.
Υπενθυμίζουν μάλιστα ότι ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναγνώρισε πως είχε υποεκτιμήσει τις αρνητικές επιπτώσεις της απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η ανάγκη για ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο
Το βασικό μήνυμα της μελέτης δεν είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τον τουρισμό ή την εστίαση, αλλά ότι δεν μπορεί να στηρίζει σχεδόν αποκλειστικά σε αυτούς την προοπτική της μακροχρόνιας ανάπτυξης.
Οι ερευνητές θεωρούν αναγκαία:
- την ενίσχυση κλάδων υψηλής παραγωγικότητας,
- την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής,
- την ανάπτυξη της καινοτομίας και
- την εφαρμογή πολιτικών που θα επιτρέπουν στους εργαζομένους να συμμετέχουν ουσιαστικότερα στα οφέλη της οικονομικής μεγέθυνσης.
Η αποκατάσταση της ζήτησης και η δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας αποτελούν, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, βασικές προϋποθέσεις για να ξεφύγει η χώρα από τη σημερινή κατάσταση.
Διαφορετικά, η «οικονομία του καφέ» κινδυνεύει να παγιωθεί ως ένα μοντέλο στο οποίο η απασχόληση αυξάνεται, οι τουριστικές εισπράξεις ενισχύονται, αλλά η παραγωγικότητα και η ευημερία των εργαζομένων παραμένουν περιορισμένες.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που θέτει η μελέτη: κατά πόσο μια οικονομία μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένη όταν δημιουργεί περισσότερες δουλειές, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχα καλύτερα εισοδήματα και προοπτικές για όσους εργάζονται σε αυτήν.
Πηγή: Μελέτη «The Café Economy», Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics (LSE)
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















