Καταναλωτικά δάνεια: Νέος νόμος βάζει πλαφόν στις χρεώσεις, αλλά αφήνει υψηλά τα επιτόκια
Τα καταναλωτικά δάνεια παραμένουν ακριβά για τα ελληνικά νοικοκυριά και ο νέος νόμος δεν εγγυάται ότι αυτό θα αλλάξει. Παρότι θεσπίζονται ανώτατα όρια στους τόκους και στις τραπεζικές χρεώσεις, πολλά από τα σημερινά υψηλά επιτόκια θα μπορούν να διατηρηθούν, ενώ όσοι έχουν ήδη δανειστεί δεν θα δουν αυτόματα καμία μείωση.
Ο νόμος 5317/2026, με εφαρμογή των νέων διατάξεων για την καταναλωτική πίστη από τις 20 Νοεμβρίου, επιχειρεί να περιορίσει τις υπερβολικές επιβαρύνσεις. Πρόκειται για μια ρύθμιση, η οποία όμως δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα του ακριβού δανεισμού.
Τα επιτόκια παραμένουν υψηλά
Ο νόμος προβλέπει ανώτατο όριο στο Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ), το οποίο περιλαμβάνει τους τόκους και τις προβλεπόμενες επιβαρύνσεις ενός δανείου. Το πλαφόν θα υπολογίζεται με βάση το μέσο κόστος αντίστοιχων δανείων, όπως δημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, με προσαύξηση από 30% έως 50%.
Για να γίνει κατανοητό, ας υποθέσουμε ότι το μέσο ετήσιο κόστος δανεισμού είναι 12%. Με βάση τον νέο τρόπο υπολογισμού, το ανώτατο όριο θα μπορούσε να διαμορφωθεί μεταξύ 15,6% και 18%. Μια τράπεζα, δηλαδή, που χρεώνει σήμερα 15% δεν θα υποχρεωθεί να μειώσει τη χρέωσή της, εφόσον αυτή βρίσκεται κάτω από το νέο πλαφόν. Επομένως, ο νόμος δεν προβλέπει γενική μείωση των επιτοκίων, αλλά περιορισμό όσων υπερβαίνουν τα νέα όρια. Το ακριβές πλαφόν θα εξαρτηθεί από τις ειδικότερες αποφάσεις εφαρμογής.
Δάνειο 5.000 ευρώ – Αποπληρωμή έως 8.000 ευρώ
Το άρθρο 40 του νόμου προβλέπει ανώτατα όρια στο συνολικό κόστος των καταναλωτικών δανείων, ανάλογα με τη διάρκειά τους.
Για δάνεια διάρκειας έως τέσσερα χρόνια, οι τόκοι και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 60% του αρχικού κεφαλαίου. Για διάρκεια μεγαλύτερη των τεσσάρων και έως οκτώ ετών, το όριο ανεβαίνει στο 70%, ενώ για μεγαλύτερη διάρκεια φτάνει στο 75%.
Για παράδειγμα, σε δάνειο 5.000 ευρώ με τριετή αποπληρωμή, το ανώτατο επιτρεπόμενο συνολικό κόστος είναι 3.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ο δανειολήπτης μπορεί να κληθεί να επιστρέψει συνολικά έως 8.000 ευρώ, δηλαδή 5.000 ευρώ κεφάλαιο και 3.000 ευρώ σε τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Καμία αυτόματη μείωση για τα παλαιά δάνεια
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι οι νέοι περιορισμοί δεν εφαρμόζονται αναδρομικά στα καταναλωτικά δάνεια ορισμένου χρόνου που έχουν ήδη συναφθεί.
Αν κάποιος αποπληρώνει δάνειο με επιτόκιο 20% και το νέο ανώτατο όριο καθοριστεί στο 18%, η τράπεζα δεν υποχρεούται, εξαιτίας του νέου νόμου, να μειώσει το επιτόκιο της υπάρχουσας σύμβασης. Επομένως, οι πολίτες που επιβαρύνονται ήδη με υψηλούς τόκους δεν αποκτούν αυτόματα δικαίωμα οικονομικής ελάφρυνσης. Για ορισμένες συμβάσεις αόριστης διάρκειας προβλέπονται ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις.
Οι προειδοποιήσεις των τραπεζών για περιορισμό των δανείων
Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι τα νέα πλαφόν μπορεί να οδηγήσουν σε λιγότερες εγκρίσεις δανείων, επειδή δεν θα μπορούν οι τράπεζες να επιβάλλουν υψηλότερες χρεώσεις σε πολίτες με χαμηλά εισοδήματα ή παλαιότερες οικονομικές δυσκολίες. Σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, έως 300.000 καταναλωτές ενδέχεται να επηρεαστούν.
Το επιχείρημα ότι οι τράπεζες μπορεί να περιορίσουν τον δανεισμό επειδή δεν θα μπορούν να επιβάλλουν τόσο υψηλές χρεώσεις κάνει πιο επιτακτική την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Το γεγονός ότι ένας πολίτης έχει χαμηλό εισόδημα ή αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες δεν σημαίνει ότι η λύση βρίσκεται στο να τιμωρείται με ακόμη ακριβότερο δανεισμό, ή με καθόλου δανεισμό.
Δυστυχώς, η πραγματική προστασία του καταναλωτή δεν εξαντλείται στην επιβολή ενός ανώτατου ορίου. Κρίνεται από το πόσο προσιτός γίνεται στην πράξη ο δανεισμός για τα νοικοκυριά.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















