Ευλογιά: Ανάβει φωτιές η εγκύκλιος του ΥΠΑΑΤ για την ορολογική επιτήρηση των αιγοπροβάτων
Εντονη ανησυχία στους κτηνοτρόφους – Αντιδράσεις και ερωτήματα από τους κτηνιάτρους
Εντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει η εγκύκλιος του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης με θέμα την «Ορολογική επιτήρηση για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού της Ευλογιάς των προβάτων και των αιγών (SGP) στη χώρα», αφού δεν υπάρχους διευκρινίσεις για το τί μπορεί να σημαίνει για το ζωικό κεφάλαιο πιθανή εμφάνιση οροθετικών ζώων σε εκτροφές.
Η Εγκύκλιος
Στην εγκύκλιο που στάθηκε στις κατά τόπους κτηνιατρικές υπηρεσίες αναφέρονται τα παρακάτω:
«Η επιζωοτία της Ευλογιάς των προβάτων και των αιγών, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη στη Χώρα από τον Αύγουστο του 2024, εξακολουθεί να επηρεάζει την ελληνική αιγοπροβατοτροφία, με την καταγραφή εστιών τόσο σε Περιφερειακές Ενότητες που παρέμεναν έως πρόσφατα ελεύθερες από τη νόσο όσο και σε περιοχές στις οποίες παρατηρείται επανεμφάνισή της έπειτα από διάστημα αρκετών μηνών χωρίς καταγραφή νέων εστιών.
Από την έναρξη της επιζωοτίας έως σήμερα έχουν καταγραφεί συνολικά 2.254 εστίες, ενώ στο πλαίσιο εφαρμογής των προβλεπόμενων μέτρων έχουν θανατωθεί περίπου 493.000 ζώα.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 παρατηρήθηκε βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας. Ωστόσο, η πρόσφατη εμφάνιση της νόσου σε Περιφερειακές Ενότητες που παρέμεναν έως τώρα ελεύθερες, όπως η Αρκαδία, η Καστοριά, η Φλώρινα, η Άρτα, η Μεσσηνία, κ.α. καταδεικνύει την ανάγκη διατήρησης και περαιτέρω ενίσχυσης της επιτήρησης.
Στο πλαίσιο της συνεχούς συνεργασίας με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και κατόπιν σχετικών συζητήσεων με την EU Veterinary Emergency Team (EUVET), αποφασίστηκε η εφαρμογή προγράμματος ορολογικής επιτήρησης για την Ευλογιά των προβάτων και των αιγών (SGP) σε κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις εννέα (9) διοικητικών Περιφερειών και των αντίστοιχων Περιφερειακών Ενοτήτων της Χώρας, όπως αποτυπώνονται στον Χάρτη 1.

Χάρτης 1. Χρωματική αποτύπωση των Περιφερειών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
1. Σχεδιασμός της ορολογικής επιτήρησης
1.1 Παραδοχές του σχεδιασμού
Η ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού της Ευλογιάς των προβάτων και των αιγών σε εκμετάλλευση χωρίς κλινικά συμπτώματα ενδέχεται, μεταξύ άλλων, να σχετίζεται είτε με προηγηθείσα λοίμωξη η οποία δεν είχε ανιχνευθεί και κοινοποιηθεί στις αρμόδιες αρχές κατά τον χρόνο εκδήλωσής της, είτε με μη εγκεκριμένη χρήση εμβολίου κατά της νόσου.
Λαμβανομένης υπόψη της ευρείας γεωγραφικής εξάπλωσης της νόσου στη χώρα, για τις ανάγκες του σχεδιασμού της ορολογικής επιτήρησης θεωρείται ότι η πιθανότητα ανίχνευσης λοίμωξης είναι ισότιμη μεταξύ των Περιφερειών που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα, καθώς και μεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων κάθε Περιφέρειας.
Ο συνολικός αριθμός των εκμεταλλεύσεων ανά Περιφέρεια υπολογίστηκε με βάση την παραδοχή ότι τουλάχιστον 2% των εκμεταλλεύσεων σε κάθε Περιφέρεια ενδέχεται να είναι οροθετικές. Ο αριθμός αυτός κατανέμεται στις Περιφερειακές Ενότητες κάθε Περιφέρειας και τα αποτελέσματα αξιολογούνται σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας, σύμφωνα με την παράγραφο 1.3.
Σε επίπεδο εκμετάλλευσης, και εφόσον πρόκειται για εκμετάλλευση χωρίς εμφανή κλινικά συμπτώματα, λαμβάνεται ως παραδοχή ότι σε θετική (υποκλινικά) εκμετάλλευση το 20% των ζώων κατ’ ελάχιστο θα είναι οροθετικά.
1.2 Χρονική περίοδος εφαρμογής
Η εφαρμογή του προγράμματος ορολογικής επιτήρησης θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
1.3 Επιλογή εκμεταλλεύσεων
Η επιτήρηση θα σχεδιάζεται και θα αξιολογείται σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας, ώστε, ανάλογα με τα αποτελέσματά της, να είναι δυνατή η σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων χωριστά για κάθε Περιφερειακή Ενότητα.
Ο συνολικός αριθμός των εκατόν πενήντα τριών (153) κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων ανά Περιφέρεια, θα κατανεμηθεί ισομερώς μεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων κάθε Περιφέρειας, με στρογγυλοποίηση προς τα άνω όπου το αποτέλεσμα της διαίρεσης δεν είναι ακέραιος αριθμός.
Η επιλογή θα πραγματοποιηθεί από το Τμήμα Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων, με τη μέθοδο της απλής τυχαίας δειγματοληψίας. Για τον σκοπό αυτό, οι κατάλογοι με τους κωδικούς των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων που θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα, κατανεμημένοι ανά Περιφερειακή Ενότητα, θα αποσταλούν στις αρμόδιες Περιφέρειες σε κρυπτογραφημένο αρχείο.
2. Ενέργειες στις επιλεγμένες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις
Σε κάθε επιλεγμένη κτηνοτροφική εκμετάλλευση θα πραγματοποιούνται οι ακόλουθες ενέργειες:
2.1 Κλινική εξέταση του συνόλου των ζώων της εκμετάλλευσης, με ιδιαίτερη προσοχή στην ανίχνευση κλινικών σημείων ή αλλοιώσεων συμβατών με την Ευλογιά των προβάτων και των αιγών.
2.2 Αιμοληψία δεκαπέντε (15) ζώων ανά εκμετάλλευση για τη διενέργεια ορολογικής εξέτασης.
Η επιλογή του αριθμού των ζώων βασίζεται σε αναμενόμενο ορολογικό επιπολασμό 20% σε επίπεδο εκμετάλλευσης. Κατά τη δειγματοληψία θα δίνεται προτεραιότητα σε ζώα που παρουσιάζουν χρόνιες ή άλλες αλλοιώσεις οι οποίες ενδέχεται να είναι συμβατές με προηγηθείσα λοίμωξη από τον ιό. Εφόσον δεν παρατηρούνται τέτοιες αλλοιώσεις, τα προς δειγματοληψία ζώα θα επιλέγονται με τη μέθοδο της απλής τυχαίας δειγματοληψίας.
2.3 Κατά προτεραιότητα θα επιλέγονται ζώα ηλικίας άνω του ενός (1) έτους, τα οποία έχουν παραμείνει στην εκμετάλλευση για επαρκές χρονικό διάστημα ώστε, σε περίπτωση προηγηθείσας έκθεσης στον ιό, να έχει καταστεί δυνατή η ανάπτυξη ανιχνεύσιμου τίτλου αντισωμάτων.
2.4 Παράλληλα με τον εργαστηριακό έλεγχο των δειγμάτων για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, θα διενεργείται και έλεγχος για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού του αφθώδους πυρετού και της πανώλης των μικρών μηρυκαστικών στις Περιφέρειες όπου δεν εφαρμόζεται το Πρόγραμμα Επιτήρησης των Διασυνοριακών Νοσημάτων των Ζώων (Transboundary Animal Diseases – TADs).
2.5 Σε περιπτώσεις που κατά την κλινική εξέταση διαπιστώνονται αλλοιώσεις συμβατές με την νόσο θα λαμβάνονται δείγματα και θα αποστέλλονται στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς, για την εργαστηριακή εξέταση με τη μοριακή μέθοδο (PCR).
2.6 Κάθε θετικό ή αμφίβολο αποτέλεσμα θα αποστέλλεται στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς για την Ευλογιά των προβάτων και των αιγών για επιβεβαίωση, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες εργαστηριακές διαδικασίες.
3. Εργαστήρια εξέτασης των δειγμάτων
Η εργαστηριακή εξέταση των δειγμάτων θα πραγματοποιηθεί από τα ακόλουθα εργαστήρια:
3.1 Κτηνιατρικό Εργαστήριο Λάρισας
Υπεύθυνος επικοινωνίας: κ. Γ. Βαλιάκος
Τηλέφωνο: 2410 617980
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: georgevaliakos@gmail.com
3.2 Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Θεσσαλονίκης
Υπεύθυνος επικοινωνίας: κ. Ν. Λιμπιτάκης
Τηλέφωνο: 2310 566056
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: nlimpitakis@minagric.gr
3.3 ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ – Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών (Θέρμη Θεσσαλονίκης)
Υπεύθυνος επικοινωνίας: κ. Η. Μπουζαλάς
Τηλέφωνο: 2310 365398
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: bouzalas@elgo.gr
4. Κατανομή δειγμάτων ανά Περιφέρεια
Κάθε Περιφέρεια θα ενημερωθεί εγγράφως, μέσω κρυπτογραφημένου αρχείου, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος και, ειδικότερα, για τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που θα ενταχθούν στη δειγματοληψία ανά Περιφερειακή Ενότητα, καθώς και για τα εργαστήρια στα οποία θα αποστέλλονται τα δείγματα προς εξέταση.
5. Συντονισμός της αποστολής των δειγμάτων
Επισημαίνεται ότι, πριν από κάθε αποστολή δειγμάτων, απαιτείται προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία της αρμόδιας κτηνιατρικής υπηρεσίας με το αντίστοιχο διαγνωστικό εργαστήριο, για τον συντονισμό της παραλαβής και εξέτασης των δειγμάτων.
Η προηγούμενη συνεννόηση είναι απαραίτητη, προκειμένου να προγραμματίζεται εγκαίρως η αποστολή και παραλαβή των δειγμάτων και να διασφαλίζεται η ομαλή και ισόρροπη ροή τους, λαμβανομένων υπόψη των εκάστοτε δυνατοτήτων παραλαβής και εξέτασης των εργαστηρίων.
Οι αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές παρακαλούνται για την πιστή εφαρμογή των ανωτέρω και για την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων ενεργειών εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος.
Με αφορμή σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η ΠΕΚΔΥ θέτει ως κρίσιμο ζήτημα τη διαχείριση των ζώων και των εκμεταλλεύσεων στις οποίες θα εντοπιστούν αντισώματα έναντι του ιού.
Όπως σημειώνει, η οροεπιτήρηση αποτελεί σημαντικό εργαλείο επιδημιολογικής παρακολούθησης, με τους κτηνιάτρους των δημόσιων υπηρεσιών να συμμετέχουν ενεργά στις διαδικασίες που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας των ζώων και του ζωικού κεφαλαίου.
Οι αντιδράσεις και οι απορίες της ΠΕΚΔΥ
Σύμφωνα με την εγκύκλιο του ΥΠΑΑΤ, το πρόγραμμα προβλέπει ορολογικές εξετάσεις για την ευλογιά των προβάτων και των αιγών, ενώ, όπου προβλέπεται, θα διενεργούνται παράλληλα έλεγχοι για τον αφθώδη πυρετό και την πανώλη των μικρών μηρυκαστικών.
Το πρόγραμμα αφορά εκμεταλλεύσεις σε εννέα Περιφέρειες της χώρας και προβλέπεται να ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Το κρίσιμο ερώτημα για τα οροθετικά ζώα
Η ΠΕΚΔΥ επισημαίνει ότι, παρότι στην εγκύκλιο περιγράφονται αναλυτικά η επιλογή των εκμεταλλεύσεων, η κλινική εξέταση, η δειγματοληψία και η εργαστηριακή διερεύνηση, παραμένει προς αποσαφήνιση ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα:
Ποια θα είναι η διαχείριση των ζώων και των εκμεταλλεύσεων στις οποίες θα εντοπιστούν αντισώματα έναντι του ιού της ευλογιάς;
Κατά την Ένωση, εφόσον αποφασιστεί η θανάτωση οροθετικών ζώων, θα προκύψουν σοβαρά επιστημονικά και επιχειρησιακά ζητήματα.
«Η οροθετικότητα δεν αποδεικνύει από μόνη της ενεργό λοίμωξη»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η ΠΕΚΔΥ στην επιστημονική ερμηνεία ενός θετικού ορολογικού αποτελέσματος.
Όπως αναφέρει, στην ευλογιά των προβάτων και των αιγών η ανίχνευση αντισωμάτων αποτελεί ένδειξη προηγούμενης έκθεσης στον ιό. Από το ορολογικό αποτέλεσμα και μόνο, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί εάν η έκθεση οφείλεται σε φυσική μόλυνση ούτε πότε αυτή συνέβη.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ΠΕΚΔΥ, η διαθέσιμη μέθοδος ELISA δεν επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ αντισωμάτων που σχετίζονται με φυσική μόλυνση και εκείνων που θα μπορούσαν να προέρχονται από εμβολιασμό.
Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζει ότι ένα οροθετικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απόδειξη ενεργού νόσου. Αντιθέτως, η ανίχνευση οροθετικότητας θα πρέπει, κατά την Ένωση, να οδηγεί σε άμεση απομόνωση και περαιτέρω διερεύνηση της εκτροφής, με αξιολόγηση κάθε περιστατικού ξεχωριστά, και όχι αυτομάτως σε θανάτωση των ζώων.
Η ΠΕΚΔΥ επικαλείται επίσης την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία, όπως αναφέρει, για την επιβεβαίωση κρούσματος μέσω έμμεσης διαγνωστικής μεθόδου συνεκτιμώνται παράγοντες όπως τα συμβατά κλινικά σημεία ή η επιδημιολογική σύνδεση με ύποπτο ή επιβεβαιωμένο κρούσμα.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι το stamping out αποτελεί μέτρο διαχείρισης επιζωοτιών νοσημάτων κατηγορίας Α, επισημαίνοντας όμως ότι η σημερινή επιδημιολογική εικόνα, με διάσπαρτες εστίες σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής χώρας, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της οροεπιτήρησης.
Ζητά ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο
Η Ένωση υπογραμμίζει ότι η οροεπιτήρηση δεν μπορεί να αποτελεί μια αποσπασματική εργαστηριακή διαδικασία, αλλά πρέπει να εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο.
Ζητά να αποσαφηνιστεί εκ των προτέρων ο τρόπος αξιολόγησης των θετικών και αμφίβολων αποτελεσμάτων, τα πρόσθετα μέτρα διερεύνησης που θα εφαρμόζονται σε κάθε εκτροφή, η διαδικασία επιβεβαίωσης ή αποκλεισμού της λοίμωξης και τα κριτήρια βάσει των οποίων θα λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Κυρίως, όπως τονίζει, πρέπει να ξεκαθαριστεί ποια θα είναι η τύχη των οροθετικών ζώων.
Η ΠΕΚΔΥ υποστηρίζει ότι αποφάσεις με σοβαρές συνέπειες για το ζωικό κεφάλαιο και την ελληνική αιγοπροβατοτροφία πρέπει να στηρίζονται σε σαφή επιστημονικά και επιδημιολογικά κριτήρια, καθώς και σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των ευρημάτων.
ευλογιά
Η Ένωση επισημαίνει ακόμη το μέγεθος των απωλειών που έχει ήδη προκαλέσει η παρατεταμένη επιζωοτία στην ελληνική αιγοπροβατοτροφία.
Επικαλούμενη στοιχεία που περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο του ΥΠΑΑΤ, αναφέρει ότι από την έναρξη της επιζωοτίας έχουν καταγραφεί 2.254 εστίες, ενώ έχουν θανατωθεί περίπου 493.000 ζώα.
«Σε αυτή τη συγκυρία, κάθε νέα απόφαση που αφορά την τύχη ζωικού κεφαλαίου πρέπει να λαμβάνεται με τη μέγιστη δυνατή επιστημονική τεκμηρίωση», υπογραμμίζει.
Η Πανελλήνια Ένωση Κτηνιάτρων Δημοσίων Υπαλλήλων καλεί, τέλος, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να παρουσιάσει άμεσα το στρατηγικό σχέδιο για τη διαχείριση των αποτελεσμάτων της οροεπιτήρησης και να διασφαλίσει ότι οι δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες θα διαθέτουν το απαραίτητο επιστημονικό, εργαστηριακό και επιχειρησιακό πλαίσιο.
Οι δημόσιοι κτηνίατροι, καταλήγει η ΠΕΚΔΥ, θα συνεχίσουν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της επιζωοτίας και στην προστασία του ζωικού κεφαλαίου της χώρας.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.





















