Οι ΗΠΑ απειλούν να στερήσουν από την Ουκρανία κρίσιμες πληροφορίες αν συνεχίσει να χτυπά ρωσικά διυλιστήρια
Με το ενδεχόμενο να χάσει την πρόσβαση σε κρίσιμες αμερικανικές πληροφορίες φέρεται να βρίσκεται αντιμέτωπη η Ουκρανία, εάν συνεχίσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν την ουκρανική πλευρά ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να περιορίσει ή ακόμη και να διακόψει την ανταλλαγή πληροφοριών, εφόσον το Κίεβο επιμείνει σε αυτή τη στρατηγική.
Η προειδοποίηση φέρεται να διατυπώθηκε την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωνε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, συνδέοντας πλέον την ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ με τις στρατιωτικές επιλογές της Ουκρανίας.
Οι πιέσεις στις συνομιλίες του Μαϊάμι
Σύμφωνα με τους Financial Times, το ζήτημα τέθηκε κατά τη διάρκεια πολύωρης συνάντησης που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου στο Μαϊάμι, ανάμεσα σε Ουκρανούς διαπραγματευτές και εκπροσώπους του Αμερικανού προέδρου. Οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ φέρονται να προειδοποίησαν ότι η συνέχιση των επιθέσεων σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακοπή της συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών. Η συνάντηση είχε ως βασικό αντικείμενο τις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου, ωστόσο η διαφωνία για τα διυλιστήρια ανέδειξε τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο πλευρών. Για την Ουκρανία, τα πλήγματα αποτελούν μέσο αποδυνάμωσης της ρωσικής πολεμικής οικονομίας, ενώ για την αμερικανική κυβέρνηση συνδέονται με την άνοδο των διεθνών τιμών των καυσίμων.
Γιατί η απώλεια των αμερικανικών πληροφοριών θα ήταν σοβαρό πλήγμα
Η συνεργασία με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς τους επιτρέπει να παρακολουθούν κινήσεις ρωσικών στρατευμάτων, να εντοπίζουν στρατιωτικούς στόχους και να σχεδιάζουν επιχειρήσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια. Οι πληροφορίες που προέρχονται από δορυφόρους και άλλα μέσα παρακολούθησης μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές τόσο για την άμυνα απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις όσο και για τα ουκρανικά πλήγματα σε στόχους μεγάλης απόστασης. Ενδεχόμενος περιορισμός αυτής της συνεργασίας θα δυσκόλευε τον επιχειρησιακό σχεδιασμό του Κιέβου, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ουκρανικές δυνάμεις επιχειρούν να αντισταθμίσουν τη ρωσική υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό εξοπλισμό.
Η απειλή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή υπάρχει προηγούμενο. Τον Μάρτιο του 2025, μετά την έντονη αντιπαράθεση Τραμπ και Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, η Ουάσιγκτον είχε αναστείλει προσωρινά την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία, στο πλαίσιο της πίεσης που ασκούσε για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών. Η συνεργασία αποκαταστάθηκε στη συνέχεια, όμως το περιστατικό έδειξε πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει η ουκρανική πλευρά όταν η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίζει να συνδέσει τη στρατιωτική βοήθεια με συγκεκριμένες πολιτικές απαιτήσεις.
Γιατί η Ουκρανία επιμένει στις επιθέσεις κατά των διυλιστηρίων
Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να αυξηθεί το οικονομικό κόστος του πολέμου για τη Μόσχα, καθώς το πετρέλαιο και τα προϊόντα του εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για τη ρωσική οικονομία. Με τα πλήγματα στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας πετρελαίου, η Ουκρανία επιχειρεί να περιορίσει την παραγωγή καυσίμων, να προκαλέσει προβλήματα στον ανεφοδιασμό και να μειώσει τους πόρους που μπορεί να διαθέτει η Ρωσία για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι επιθέσεις έχουν ήδη προκαλέσει διαταραχές στη ρωσική αγορά καυσίμων, αναγκάζοντας τη Μόσχα να επιβάλει περιορισμούς σε ορισμένες εξαγωγές.
Από την πλευρά της Ουκρανίας, η διακοπή αυτών των επιχειρήσεων, χωρίς αντίστοιχες παραχωρήσεις από τη Ρωσία, θα σήμαινε την εγκατάλειψη ενός από τα μέσα πίεσης που διαθέτει. Σύμφωνα με το Axios, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε προτείνει μια αμοιβαία συμφωνία, με την οποία η Ουκρανία θα σταματούσε να πλήττει τα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Μόσχα δεσμευόταν να σταματήσει τις επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές. Η πρόταση αυτή θα προσέφερε προστασία και στις δύο πλευρές, όμως, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η αμερικανική πίεση επικεντρώθηκε στη διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί αντίστοιχη δέσμευση από τη Ρωσία.
Η Ευρώπη επιμένει στις κυρώσεις
Η αμερικανική στάση έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική που εξακολουθεί να ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θεωρεί τον περιορισμό των ρωσικών ενεργειακών εσόδων βασικό εργαλείο πίεσης προς τη Μόσχα. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, προειδοποίησε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ μπορεί να προσφέρει στη Ρωσία πρόσθετους οικονομικούς πόρους για τη συνέχιση του πολέμου, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ευρώπη δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την πολιτική των περιορισμών.
Η διαφωνία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν τους βασικούς διεθνείς υποστηρικτές της Ουκρανίας, αλλά φαίνεται πλέον να ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς την οικονομική πίεση που πρέπει να ασκηθεί στη Ρωσία.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















