Στ. Τσικριτσής: Ο νέος κώδικας για την αυτοδιοίκηση απορρίπτεται
Η εισήγηση του δημάρχου για τις προωθούμενες αλλαγές στους ΟΤΑ στη σημερινή συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου
Μετά από σχεδόν δύο χρόνια επεξεργασίας και «κυοφορίας», τίθεται σε διαβούλευση και προωθείται προς ψήφιση στη Βουλή το σχέδιο του νέου Κώδικα Δήμων και Περιφερειών, ένα νομοθέτημα που δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από το συνολικό θεσμικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται.
Δεν πρόκειται για μια τεχνική κωδικοποίηση διάσπαρτων διατάξεων ούτε για μια ουδέτερη προσπάθεια απλοποίησης του διοικητικού τοπίου, αλλά για μια βαθιά πολιτική παρέμβαση που συμπυκνώνει και συστηματοποιεί όλη την πορεία των τελευταίων δεκαετιών για τον ρόλο της Τοπικής και Περιφερειακής Διοίκησης, σε πλήρη συνάρτηση με τις στρατηγικές κατευθύνσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των προτεραιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εδώ και πάνω από 15 χρόνια, οι εκπρόσωποι της Λαϊκής Συσπείρωσης, χρησιμοποιούμε τον όρο «Τοπική Διοίκηση» γιατί ο όρος «αυτοδιοίκηση» στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Αφού οι δήμοι, λειτουργούν ως κρατικές υπηρεσίες που υλοποιούν σχέδια και εντολές των εκάστοτε κυβερνήσεων, σε ένα κράτος που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των πολλών.
Ένα θεσμικό πλαίσιο από όλες τις κυβερνήσεις, από τον Καλλικράτη επί ΠΑΣΟΚ, τον Κλεισθένη επί ΣΥΡΙΖΑ και τις τελευταίες νομοθετικές παρεμβάσεις επί ΝΔ. Σήμερα η κυβέρνηση, με το νέο Κώδικα, δεν «τακτοποιεί» συγκεχυμένες αρμοδιότητες, αλλά κάνει μία ακόμα αντιδραστικότερη τομή. Όχι μόνο συμπυκνώνει όλη την αντιλαϊκή νομοθεσία, αλλά την κάνει ακόμα χειρότερη και αυτό φαίνεται σε κάθε άρθρο του νομοσχεδίου, παρά τα περί «εκσυγχρονισμού», «διαφάνειας», «δημοκρατίας» που λέει η κυβέρνηση.
Η οποία έχει και την αβανταδόρικη στάση των άλλων κομμάτων με χαρακτηριστικές αυτές του ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ, που κάνουν «σημειακές παρατηρήσεις» αποδεχόμενοι το «όλον», ζητώντας πιο θαρραλέες αλλαγές έναντι ενός «συγκεντρωτισμού» της κυβέρνησης.
Το σχέδιο νόμου, αποτελεί άλλωστε μια δεσμευτική μεταρρύθμιση, ενταγμένη στα προαπαιτούμενα του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως ευθαρσώς δήλωσε και ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, με μια παραδοχή που δεν αποτελεί λεπτομέρεια, αλλά ουσιώδες στοιχείο κατανόησης του χαρακτήρα του Κώδικα, καθώς αποτυπώνει ότι το περιεχόμενό του δεν προκύπτει από μια εσωτερική διοικητική ανάγκη, αλλά από εξωτερικά δεσμευτικά πλαίσια που καθορίζουν το εύρος και την κατεύθυνση των θεσμικών αλλαγών. Έτσι, η τοπική διοίκηση αντιμετωπίζεται σαφώς ως εργαλείο προσαρμογής σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο νέος Κώδικας επιδιώκει να επικαιροποιήσει τον ρόλο των ΟΤΑ ως φοροεισπρακτικού μηχανισμού, ως ευέλικτου βραχίονα υλοποίησης αναπτυξιακών σχεδιασμών που υπηρετούν την κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά και ως μηχανισμό κοινωνικής εκτόνωσης, ενσωμάτωσης και διαχείρισης αντιδράσεων.
Και όλα αυτά βέβαια σε συνθήκες επιτάχυνσης των διεθνών ανταγωνισμών, της πολεμικής εμπλοκής της χώρας και της στροφής στην πολεμική οικονομία και των αναγκών -λόγω των παραπάνω- να θωρακιστεί το κράτος και οι θεσμοί του.
Για τον σκοπό αυτό, ο Κώδικας δεν ξεκινά από μηδενική βάση, αλλά ενσωματώνει το σύνολο των προηγούμενων διοικητικών μεταρρυθμίσεων, από τα βασιλικά διατάγματα μέχρι τον «Καλλικράτη» και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις, καθώς και τις λεγόμενες «βέλτιστες πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η στοχοθεσία, η αξιολόγηση και τα ψηφιακά εργαλεία του επιτελικού κράτους. Στην πραγματικότητα, συγκροτείται ένα ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο που επιχειρεί να άρει αντιφάσεις και «καθυστερήσεις» προηγούμενων φάσεων, προς όφελος των λίγων και προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης ευελιξίας στη διαχείριση πόρων, αρμοδιοτήτων και ευθυνών.
Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται με ένταση και το αφήγημα της «αυτονομίας» των ΟΤΑ, το οποίο όμως, πίσω από τη ρητορική του εκσυγχρονισμού και της αποκέντρωσης, αποκαλύπτεται ως μηχανισμός μετακύλισης ευθυνών χωρίς αντίστοιχη χρηματοδότηση. Η λεγόμενη οικονομική αυτοτέλεια δεν σημαίνει ενίσχυση των δήμων και των περιφερειών με επαρκείς κρατικούς πόρους, αλλά υποχρέωση αυτοχρηματοδότησης μέσα από την επιβολή νέων τελών, την αναπροσαρμογή παλαιών και τη διαρκή αναζήτηση ίδιων εσόδων. Έτσι, η «αυτονομία» μεταφράζεται σε μια νέα μορφή εξάρτησης, όπου η κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών περνά μέσα από την εμπορευματοποίηση και την ανταποδοτικότητα.
Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι, που τυπικά παραμένουν ως βασικός πυλώνας χρηματοδότησης, στην πράξη λειτουργούν υπό καθεστώς αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών και μόνιμων κόφτηδων, χωρίς να ανταποκρίνονται στις διευρυμένες αρμοδιότητες που έχουν μεταφερθεί στους ΟΤΑ. Ταυτόχρονα, δεν γίνεται καμία ουσιαστική αναφορά στις οφειλές του κεντρικού κράτους προς τους δήμους και τις περιφέρειες, την ίδια στιγμή που επιβάλλονται με αυστηρότητα υποχρεώσεις αποπληρωμής προς τρίτους και ενεργειακούς παρόχους, καθώς και ρυθμίσεις που μετακυλίουν δημοσιονομικά βάρη στις τοπικές αρχές και κατ’ επέκταση στους δημότες.
Η συνολική αυτή συνθήκη αποτυπώνεται και στη διεύρυνση ενός πολύπλοκου και πολυεπίπεδου συστήματος τοπικής φορολογίας και τελών, όπου κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής αποκτά οικονομικό αντίτιμο. Από το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης που επιβάλλεται στην ακίνητη περιουσία, έως τα ανταποδοτικά τέλη απαλλοτρίωσης, τα τέλη χρήσης υπηρεσιών, τα περιφερειακά αναπτυξιακά τέλη, τις χρεώσεις στο νερό και στην αποχέτευση, αλλά και τα λεγόμενα «πολιτιστικά» τέλη, συγκροτείται ένα πλέγμα συνεχούς επιβάρυνσης. Η λογική αυτή δεν περιορίζεται στην κάλυψη λειτουργικών αναγκών, αλλά διαμορφώνει έναν μόνιμο μηχανισμό παραγωγής εσόδων, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την εμπορευματική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και την προσέλκυση ιδιωτικών συμφερόντων.
Την ίδια στιγμή, διευρύνεται η δυνατότητα εκχώρησης υπηρεσιών και δραστηριοτήτων σε ιδιώτες, μέσα από αναπτυξιακούς οργανισμούς, ανώνυμες εταιρείες των ΟΤΑ και συμβάσεις συνεργασίας, ενώ περιορίζεται περαιτέρω η σταθερή δημόσια δομή υπηρεσιών σε κρίσιμους τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η παιδεία, η διαχείριση υποδομών και η πολιτική προστασία. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς επαρκείς πόρους και με αυξημένη συμμετοχή ιδιωτικών σχημάτων οδηγεί σε ένα περιβάλλον αποσπασματικών υπηρεσιών, άνισης πρόσβασης και ενίσχυσης της εμπορευματικής λογικής.
Σ’ αυτό το μοτίβο, εντάσσονται και οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, όπου ενισχύεται η ευελιξία, διευρύνονται οι επισφαλείς μορφές απασχόλησης και ενισχύεται ο διοικητικός και δικαστικός έλεγχος σε εργατικές διεκδικήσεις. Η υποχρεωτική εμπλοκή υπουργείων σε εργατικές διαφορές, η ενίσχυση του ρόλου των δημάρχων σε ένδικες διαδικασίες και η γενικότερη αυστηροποίηση του πλαισίου, συνθέτουν ένα περιβάλλον περιορισμού της συλλογικής διεκδίκησης και θεσμικής πειθάρχησης.
Πάμε συγκεκριμένα, γιατί αξίζει να σταθούμε σε αυτό. Διατηρείται η υποχρεωτικότητα για άσκηση έφεσης σε εκδίκαση κυρίας αγωγής και τις σχετικές ποινές σε όσους δεν το έκαναν (Δημοτικές Επιτροπές ή Συμβούλια). Τώρα αποδίδουν ευθύνες μη υλοποίησης ειδικά στον Δήμαρχο (αρ.138) και κάνουν ένα ακόμα αντιδραστικό συμπλήρωμα με το άρθρο 730: Επιβάλουν την παρουσία των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών ως διάδικο μέρος ακόμα και στο στάδιο εκδίκασης των ασφαλιστικών μέτρων.
Κάτω από την πίεση του αγώνα των εργαζομένων και σε μια προσπάθεια να λειτουργήσει ως «εργαλείο» που διάσπασης τους, από τα παραπάνω εξαιρείται το προσωπικό σε βρεφονηπιακούς σταθμούς. Από τι όμως εξαιρούνται; Μπορούν να κάνουν ασφαλιστικά και αγωγή χωρίς να είναι διάδικοι τα Υπουργεία, αλλά ο κόφτης της υποχρεωτικής έφεσης εξακολουθεί να υπάρχει.
Σημειώνουμε ότι ο νόμος Βορίδη δεν καταργείται. Συμπληρώνει το ν. Βορίδη και τον τροποποιεί σε χειρότερη κατεύθυνση.
Εμείς δεν κάνουμε πίσω, ως δημοτική αρχή από το ότι αυτό που απαιτείται είναι στελέχωση των υπηρεσιών με μόνιμο προσωπικό, στο ύψος των σύγχρονων αναγκών, με χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να μπορούν οι Δήμοι να ανταποκριθούν στην υλοποίηση των έργων που έχουν ανάγκη οι δημότες. Πρέπει όλοι οι εργαζόμενοι ΙΔΟΧ σε όλους τους τομείς του δήμου να μονιμοποιηθούν.
Και το λέμε αυτό γιατί την ίδια ώρα που ανοίγει η συζήτηση και για τη συνταγματική αναθεώρηση για το άρθρο 103 που απαγορεύει τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, δεν γίνεται καμία κουβέντα.
Άλλα σημεία του νέου σχεδίου, όπου με διάφορες διατάξεις επιδιώκεται η ευελιξία στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής κυρίως με την μορφή των ανωνύμων εταιρειών, Αναπτυξιακών Οργανισμών, που προτάσσονται… αντί των μέχρι σήμερα νομικών προσώπων κάθε μορφής που είχαν ιδρύσει οι ΟΤΑ. Τους δίνονται νέες διευκολύνσεις, ακόμα μεγαλύτερη ευελιξία σε προσλήψεις προσωπικού.
Εισάγονται νέες έννοιες (Η «αρχή της εγγύτητας», Η «αρχή της επικουρικότητας», Το «τεκμήριο καθημερινότητας») που δημιουργούν ένα ευέλικτο «γκρίζο» πλαίσιο για το ποιος τελικά έχει την ευθύνη. Χαρακτηριστικά, με βάση το τεκμήριο της καθημερινότητας συνεχίζουν να λειτουργούν στους δήμους αρμοδιότητες που αφορούν στη λειτουργία δημοτικών ιατρείων, συμπληρωματικών υπηρεσιών υγείας, κοινωνικών φαρμακείων, δομές φτώχειας, φροντίδα ηλικιωμένων, δια βίου μάθησης, κ.α. Πρόκειται για υπηρεσίες που χρηματοδοτούνται σε μεγάλο τμήμα τους από προγράμματα με ημερομηνία λήξης. Η πλήρης μεταφορά τους στους δήμους, χωρίς διασύνδεση με το κεντρικό σύστημα, σημαίνει ότι τους παραδίδουμε σε διάφορες ΜΚΟ και ΚΟΙΝΣΕΠ που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό. Έχει αποδειχθεί διαχρονικά άλλωστε, ότι με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στους κρίσιμους τομείς της υγείας, πρόνοιας, παιδείας κ.α. διευκολύνεται η εμπορευματοποίησή τους, υπονομεύεται ο ενιαίος και δημόσιος χαρακτήρας τους και υποβαθμίζεται το περιεχόμενο και ο επιστημονικός τους έλεγχος.
Επίσης, οι ειδικές διατάξεις που αφορούν τις ΔΕΥΑ και γενικότερα τις δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης δεν αποτελούν μεμονωμένο τεχνικό ζήτημα αλλά χαρακτηριστική έκφραση της συνολικής κατεύθυνσης. Η σταδιακή μετατροπή τους σε επιχειρηματικές μονάδες, η πίεση για ανταποδοτικότητα και αυτοχρηματοδότηση, η απουσία ουσιαστικής κρατικής κάλυψης του ενεργειακού κόστους και των αναγκαίων υποδομών, οδηγούν αντικειμενικά σε αύξηση των επιβαρύνσεων για τους δημότες και σε περαιτέρω απομάκρυνση του νερού από τον χαρακτήρα του ως κοινωνικού αγαθού. Η συγκεκριμένη εμπειρία αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη διαχείριση των δήμων ή των δημοτικών επιχειρήσεων, αλλά στις ίδιες τις πολιτικές κατευθύνσεις απελευθέρωσης της ενέργειας και εμπορευματοποίησης των κοινωνικών υποδομών.
Ένα χαρακτηριστικό σημείο των νέων διατάξεων, είναι οι προβλέψεις που ενισχύουν την προσωπική ακόμη και την ποινική ευθύνη υπηρεσιακών στελεχών και του γενικού διευθυντή, μελών διοικητικών συμβουλίων και αιρετών. Δηλαδή από τη μία πλευρά το κράτος αποσύρεται από τη χρηματοδότηση κρίσιμων λειτουργιών, κάνει μπίζνα με την ενέργεια και από την άλλη οι αιρετοί καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες αυτής της πολιτικής αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα προσωπικούς κινδύνους εάν δεν εφαρμόζουν με απόλυτη αυστηρότητα τους κανόνες οικονομικής διαχείρισης. Αυτό δεν συνιστά ενίσχυση της διαφάνειας αλλά μιας διοικητικής και πολιτικής πίεσης προς όσους επιδιώκουν να λειτουργήσουν με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τους οικονομικούς δείκτες. Η εμπειρία του Δήμου Τυρνάβου είναι χαρακτηριστική.
Η ΔΕΥΑ Τυρνάβου δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με δυσκολίες επειδή ακολούθησε πολιτική κακοδιαχείρισης ή σπατάλης. Το ακριβώς αντίθετο. Διατηρεί μία από τις χαμηλότερες τιμές νερού πανελλαδικά. Για κατανάλωση έως 70 κυβικά μέτρα η χρέωση παραμένει στα 0,41 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Οι λογαριασμοί δεν επιβαρύνονται με πάγια χρέωση. Δεν εφαρμόζεται το τέλος του 80% που προβλέπεται από το άρθρο 25 του ν.1069/1980 και το οποίο ειρήσθω εν παρόδω με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζεται σε έως 100%. Παρά ταύτα η ΔΕΥΑ Τυρνάβου δεν διαθέτει τραπεζικά δάνεια. Δεν έχει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ή προς τρίτους. Την ίδια περίοδο οι υποχρεώσεις προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύθηκαν από το 2021 που δεν υπήρχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές, και έφτασαν σήμερα κοντά στα 3 εκατομμύρια ευρώ, λόγω της πολιτικής απελευθέρωσης της ενέργειας. Και όχι με ευθύνη του δήμου και των εργαζομένων. Το γεγονός αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον πυρήνα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Σε αυτή την κατεύθυνση και παρά το εξαιρετικά περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο, εξαντλεί κάθε δυνατότητα στήριξης των λαϊκών οικογενειών. Παρείχε απαλλαγές σε πληγέντες από φυσικές καταστροφές, σε σεισμόπληκτους και κτηνοτρόφους. Διεύρυνε τις δυνατότητες ρυθμίσεων και διακανονισμών οφειλών έως και σε 100 δόσεις. Επέλεξε συνειδητά να μην μετακυλήσει το αυξημένο κόστος στους δημότες.
Παράλληλα, οι αλλαγές στο εκλογικό και θεσμικό πλαίσιο των ΟΤΑ ενισχύουν έναν πιο συγκεντρωτικό μηχανισμό διοίκησης, με κατάργηση του δεύτερου γύρου, διεύρυνση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, περιορισμό της δυνατότητας εκπροσώπησης μειοψηφιών και ενίσχυση των πλειοψηφικών μπόνους. Οι ρυθμίσεις αυτές, μαζί με την ενίσχυση των μηχανισμών κρατικής εποπτείας και ελέγχου, συγκλίνουν σε ένα μοντέλο όπου η τυπική εκλογική διαδικασία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ουσιαστική δυνατότητα λαϊκής παρέμβασης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ενσωμάτωση των ΟΤΑ σε λειτουργίες καταστολής, επιτήρησης και πολιτικής πειθάρχησης, με την ενίσχυση της δημοτικής αστυνομίας, τη δημιουργία νέων μηχανισμών εποπτείας και τον διευρυμένο ρόλο των αποκεντρωμένων διοικήσεων και των νέων υπηρεσιών ελέγχου νομιμότητας. Παράλληλα, η αναφορά στην «παλλαϊκή άμυνα» και η ένταξη των ΟΤΑ σε σχεδιασμούς που σχετίζονται με την άμυνα και την πολιτική προστασία, αποτυπώνει τη συνολικότερη προσαρμογή του τοπικού κράτους σε συνθήκες γενικευμένης κρατικής ετοιμότητας.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν μεμονωμένες ρυθμίσεις ούτε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Συγκροτούν ένα ενιαίο πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο νέος Κώδικας έρχεται να κωδικοποιήσει και να σταθεροποιήσει μια πορεία που έχει ήδη διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Μια πορεία που ενισχύει τον επιχειρηματικό και φοροεισπρακτικό χαρακτήρα των ΟΤΑ, διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ περιοχών και κοινωνικών στρωμάτων και μετατρέπει την Τοπική Διοίκηση σε κρίσιμο κρίκο ενός κράτους που λειτουργεί με όρους αγοράς και δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Με αυτή την έννοια, ο νέος Κώδικας δεν έρχεται να επιλύσει αντιφάσεις ή να εκσυγχρονίσει ένα παρωχημένο πλαίσιο, αλλά να ολοκληρώσει θεσμικά την κατεύθυνση που ήδη έχει χαραχθεί. Και ακριβώς γι’ αυτό, πίσω από τις αναφορές σε εκσυγχρονισμό, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, διαμορφώνεται ένα ακόμη πιο αυστηρό και συγκεντρωτικό πλαίσιο λειτουργίας, που απομακρύνει ακόμη περισσότερο την Τοπική Διοίκηση από τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες.
Σε αυτό το έδαφος, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά τη βελτίωση επιμέρους άρθρων, αλλά το ίδιο το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό του θεσμικού πλαισίου: ποιον εξυπηρετεί, ποιον επιβαρύνει και ποια κοινωνική προοπτική υπηρετεί. Και με αυτή την έννοια, ο νέος Κώδικας δεν μπορεί παρά να ιδωθεί ως μέρος μιας συνολικής στρατηγικής που αναπαράγει και ενισχύει τις υπάρχουσες κοινωνικές και ταξικές ανισότητες.
Εμείς -και με τις θέσεις και με τη δράση μας – έχουμε ταχθεί με τους πολλούς και τους αγώνες τους. Είμαστε αντίθετοι με το σχέδιο συνολικά και επιμέρους και για μας είναι καθαρό, ότι ο νέος Κώδικας Απορρίπεται!
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















