Τα στάδια της ζωής: Πώς χωρίζονται οι ηλικίες και πότε αρχίζει τελικά η τρίτη ηλικία;
Παιδί, έφηβος, νέος, μεσήλικας, ηλικιωμένος. Χρησιμοποιούμε καθημερινά αυτούς τους χαρακτηρισμούς, αλλά πότε ακριβώς περνάμε από τη μία ηλικιακή ομάδα στην άλλη; Υπάρχει μια συγκεκριμένη ημέρα που τελειώνει η νεότητα ή αρχίζει η τρίτη ηλικία; Η απάντηση είναι πιο σύνθετη απ’ όσο φαίνεται.
Τα χρόνια που αναγράφονται στην ταυτότητά μας είναι απολύτως συγκεκριμένα. Τα στάδια της ζωής, όμως, όχι.
Δεν υπάρχει ένας παγκόσμια αποδεκτός επιστημονικός πίνακας που να ορίζει ότι μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία είμαστε νέοι, την επόμενη ημέρα γινόμαστε μεσήλικες και, μόλις συμπληρώσουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών, περνάμε στην τρίτη ηλικία.
Διαφορετικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν διαφορετικά ηλικιακά όρια, ανάλογα με τον σκοπό: άλλες κατηγορίες χρειάζεται η ιατρική, άλλες η δημογραφία, άλλες η κοινωνική πολιτική και άλλες η στατιστική.
Παιδική ηλικία: ούτε εδώ υπάρχει μόνο ένα όριο
Από νομικής πλευράς, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού θεωρεί κατά κανόνα παιδί κάθε άνθρωπο κάτω των 18 ετών.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας 17χρονος βρίσκεται αναπτυξιακά στο ίδιο στάδιο με ένα παιδί έξι ετών. Γι’ αυτό και η παιδική ηλικία διακρίνεται σε επιμέρους περιόδους, ενώ ένα σημαντικό τμήμα της επικαλύπτεται με την εφηβεία.
Εφηβεία: εδώ υπάρχει σαφέστερος ορισμός
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει την εφηβεία από τα 10 έως τα 19 χρόνια.
Πρόκειται για τη μεταβατική περίοδο μεταξύ παιδικής ηλικίας και ενηλικίωσης, κατά την οποία πραγματοποιούνται ταχύτατες σωματικές, γνωστικές, ψυχολογικές και κοινωνικές αλλαγές.
Ο ΠΟΥ χρησιμοποιεί επίσης τον όρο «youth» για τις ηλικίες 15–24 ετών και τον ευρύτερο όρο «young people» για τις ηλικίες 10–24 ετών.
Γίνεται λοιπόν ήδη εμφανές ότι οι κατηγορίες επικαλύπτονται: ένας 17χρονος μπορεί να χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα έφηβος και νέος, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται ο όρος.
Και πότε τελειώνει η νεότητα;
Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη λιγότερο συγκεκριμένα.
Δεν υπάρχει κάποια βιολογική αλλαγή που να συμβαίνει στα 25, στα 30 ή στα 35 και να σηματοδοτεί το τέλος της νεότητας.
Μάλιστα, στη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία χρησιμοποιείται και η έννοια της «αναδυόμενης ενηλικίωσης» (emerging adulthood) για την περίοδο από τα τελευταία χρόνια της εφηβείας έως και τη δεκαετία των 20. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία ο άνθρωπος έχει ενηλικιωθεί βιολογικά και νομικά, αλλά συχνά δεν έχει ακόμη περάσει σε όλα τα κοινωνικά ορόσημα που παλαιότερα συνδέονταν με την πλήρη ενηλικίωση.
Σπουδές μεγαλύτερης διάρκειας, αργότερη είσοδος στην αγορά εργασίας, οικονομική ανεξαρτητοποίηση σε μεγαλύτερη ηλικία, γάμος και απόκτηση παιδιών αργότερα έχουν αλλάξει σημαντικά την αντίληψή μας για το πού τελειώνει η «νεότητα».
Η μέση ηλικία είναι ακόμη πιο δύσκολο να μπει σε κουτάκι
Ο όρος «μέση ηλικία» χρησιμοποιείται ευρύτατα, αλλά δεν διαθέτει ένα μοναδικό διεθνώς αναγνωρισμένο ηλικιακό όριο.
Σε διάφορες επιστημονικές και στατιστικές ταξινομήσεις μπορεί να συναντήσουμε διαφορετικά εύρη, περίπου από τα 40 ή 45 μέχρι τα 60 ή 65 χρόνια.
Ένας υγιής και δραστήριος άνθρωπος 60 ετών σήμερα μπορεί να εργάζεται, να γυμνάζεται, να ταξιδεύει και να έχει λειτουργικές ικανότητες που διαφέρουν ελάχιστα από εκείνες ενός πολύ νεότερου ανθρώπου. Γι’ αυτό η χρονολογική ηλικία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη βιολογική ή τη λειτουργική ηλικία.
Και φτάνουμε στο μεγάλο ερώτημα: πότε αρχίζει η τρίτη ηλικία;
Τα 65 χρόνια χρησιμοποιούνται πολύ συχνά ως συμβατικό όριο για τον μεγαλύτερο σε ηλικία πληθυσμό, ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές δημογραφικές και στατιστικές αναλύσεις.
Η Eurostat, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί ευρύτατα την κατηγορία 65 ετών και άνω. Ακόμη και ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων υπολογίζεται συγκρίνοντας τον πληθυσμό 65+ με τον πληθυσμό ηλικίας 15–64 ετών.
Αυτό όμως είναι στατιστικό και κοινωνικοοικονομικό όριο και όχι βιολογική διαχωριστική γραμμή.
Σε άλλα διεθνή πλαίσια χρησιμοποιούνται και τα 60 χρόνια ως αφετηρία για τη μελέτη του μεγαλύτερου σε ηλικία πληθυσμού.
Επομένως δεν υπάρχει μια επιστημονικά καθορισμένη ημέρα κατά την οποία ένας άνθρωπος «μπαίνει στην τρίτη ηλικία».
Γιατί επικράτησαν τα 65;
Το όριο συνδέθηκε ιστορικά σε μεγάλο βαθμό με τα συστήματα συνταξιοδότησης, κοινωνικής ασφάλισης και με τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις και οι στατιστικές υπηρεσίες χρειάζονταν να χωρίσουν τον πληθυσμό σε ηλικιακές κατηγορίες.
Η χρήση του συνεχίστηκε στη δημογραφία και στις κοινωνικές πολιτικές και έτσι τα 65 απέκτησαν στη συλλογική αντίληψη μια σημασία πολύ μεγαλύτερη από τη βιολογική τους αξία.
Ακόμη και η Eurostat χαρακτηρίζει τα όρια αυτά ως συμβατικά όταν υπολογίζει δείκτες που διαχωρίζουν τον πληθυσμό σε ηλικίες εργασίας και μεγαλύτερες ηλικίες.
Τρίτη και… τέταρτη ηλικία
Καθώς αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, ακόμη και η έννοια «65 και άνω» γίνεται υπερβολικά γενική.
Ένας άνθρωπος 66 ετών και ένας άνθρωπος 96 ετών βρίσκονται στην ίδια στατιστική κατηγορία 65+, αλλά προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν τις ίδιες ανάγκες ή τις ίδιες λειτουργικές δυνατότητες.
Γι’ αυτό στη γεροντολογία συναντάμε διακρίσεις όπως οι «νεότεροι ηλικιωμένοι» και οι άνθρωποι πολύ προχωρημένης ηλικίας, ενώ χρησιμοποιείται και ο όρος «τέταρτη ηλικία» για τα πολύ προχωρημένα χρόνια της ζωής.
Ούτε εδώ, όμως, υπάρχει ένα μοναδικό παγκόσμιο όριο που όλοι οι επιστήμονες χρησιμοποιούν με τον ίδιο τρόπο.
Τελικά, λοιπόν, πώς χωρίζονται οι ηλικίες;
Αν θέλαμε μια απλή εικόνα —και όχι έναν δήθεν «επίσημο» πίνακα— θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη διάρκεια της ζωής περνάμε από:
- παιδική ηλικία, με πολλές επιμέρους αναπτυξιακές φάσεις,
- εφηβεία, την οποία ο ΠΟΥ τοποθετεί στα 10–19 χρόνια,
- νεότητα και πρώιμη ενηλικίωση, των οποίων τα όρια διαφέρουν ανάλογα με τον ορισμό,
- μέση ενήλικη ζωή, χωρίς ένα αυστηρό παγκόσμιο ηλικιακό όριο,
- και μεγαλύτερη ηλικία, για την οποία, πολύ συχνά στην Ευρώπη, τα 65 χρόνια χρησιμοποιούνται ως συμβατικά στατιστικά όρια.
Τα χρόνια της ταυτότητας δεν λένε όλη την ιστορία
Ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει κάτι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό: δεν υπάρχει ένας «τυπικός» ηλικιωμένος άνθρωπος.
Υπάρχουν άνθρωποι 80 ετών των οποίων οι σωματικές και νοητικές ικανότητες μπορούν να συγκριθούν ευνοϊκά με πολύ νεότερων ανθρώπων, ενώ άλλοι άνθρωποι εμφανίζουν σημαντική μείωση των δυνατοτήτων τους σε πολύ μικρότερη ηλικία.
Η γήρανση σε βιολογικό επίπεδο προκύπτει από τη σταδιακή συσσώρευση μοριακών και κυτταρικών βλαβών. Οι αλλαγές αυτές, όμως, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, δεν είναι γραμμικές ούτε ομοιόμορφες και συνδέονται μόνο χαλαρά με τη χρονολογική ηλικία.
Γι’ αυτό και η σύγχρονη προσέγγιση της υγιούς γήρανσης δίνει όλο και μεγαλύτερη σημασία όχι στον αριθμό που γράφει η ταυτότητα αλλά στη λειτουργική ικανότητα: τί μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, πόσο αυτόνομος είναι και πόσο μπορεί να συνεχίσει να ζει τη ζωή που επιθυμεί.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.





















