ΤΥΡΝΑΒΙΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ (1819)

ΓΡΑΦΕΙ Η Κωνσταντινιά Πατσή
O Λουί Ντυπρέ (Louis Dupré, Βερσαλλίες, 9 Ιανουαρίου 1789 – Παρίσι, 1 Οκτωβρίου 1837)   Γάλλος ζωγράφος,  φιλέλληνας  και αρχαιολάτρης, τον Απρίλιο του 1819 φτάνει στον Τύρναβο και επισκέπτεται το παλάτι του Βελή πασά.

Λίγο πριν από την αναχώρησή του για τη Λάρισα, απογοητευμένος που η εικόνα της πόλης δεν συμβάδιζε με την περιγραφή του Πουκεβίλ, μεταξύ άλλων σχεδίασε ένα Τυρναβίτικο σπίτι. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο αντιγράφεται μια στιγμή από την καθημερινότητα των Τυρναβιτων, όπου ένας συντοπίτης μας όντας στο χαγιάτι, φορώντας την τοπική ενδυμασία με στραμένη την πλάτη του στον έξω κόσμο κοιτάζει προς το εσωτερικό του σπιτιού του.

Ο Βασίλης Τσολάκης, Αρχιτέκτονας –Μηχανικός, αναφερόμενος στη λιθογραφία του Λουι Ντυμπρέ επισημαίνει ότι «στον αρχιτεκτονικό τύπο του ελληνικού σπιτιού που είναι γνωστός και ως πλατυμέτωπος τύπος, το χαγιάτι είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της κατοικίας, το οποίο γεννήθηκε σε σχέση με τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν σχεδόν σε όλο τον βαλκανικό χώρο, καθώς και στα μικρασιατικά παράλια, αλλά και στον Πόντο.

Το χαγιάτι είναι ένας ημιυπαίθριος χώρος, που αποτελεί «κλειδί» της κατοικίας, με ιδιαίτερη χρήση και λειτουργία, και εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές ως προς τον τύπο και τη μορφολογία. Σ’ αυτές τις γεωγραφικές περιοχές, όπου το καλοκαίρι είναι ζεστό και σε πολλά μέρη υγρό, αλλά και το φθινόπωρο παρατεταμένο, ο ημιυπαίθριος αυτός χώρος προσφέρει πολλές εξυπηρετήσεις κατά την διάρκεια της ημέρας.

Στον χώρο αυτό αναπαύονται οι ιδιοκτήτες του σπιτιού, αλλά και εδώ γίνονται και οι περισσότερες δουλειές. Έτσι το χαγιάτι είχε δύο σκοπούς. Ο κύριος σκοπός ήταν να ρυθμίζει την δράση των ηλιακών ακτίνων σε σχέση με την κατοικία, όλο σχεδόν τον χρόνο, και ο δεύτερος σκοπός ήταν να εξυπηρετεί διάφορες αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, κυρίως όταν ήταν στο ισόγειο της κατοικίας.

Το χαγιάτι συνήθως βρίσκεται στον όροφο του σπιτιού και αποτελεί βασικό στοιχείο του σπιτιού. Στην περιοχή των Ιωαννίνων λέγεται «ηλιακός» ή «κρεβάτα» ενώ στη Βέροια «λιακωτό». Σκεπάζεται με στέγη που στηρίζεται σε ξύλινες κολόνες οι οποίες κρατούν τα οριζόντια δοκάρια με μικρότερα ξύλα τα «προσκέφαλα». Συχνά ανάμεσα από τις κολόνες δημιουργούνται τόξα από μπαγδατί.

Η μορφή αυτή είναι το βυζαντινό «δοξάτο» (από το «δοξάριο» ή «τοξάριο»), λόγω των μικρών τόξων που υπήρχαν ανάμεσα στις κολόνες και τα οποία ήταν εμπλουτισμένα με κοιλόκυρτα διακοσμητικά σχήματα. Στους μεταγενέστερους χρόνους το χαγιάτι διατηρήθηκε σε όλες τις ελληνικές και τις σλαβικές περιοχές και πήρε διάφορες μορφές. Έτσι στις πιο ψυχρές περιοχές κλείστηκε με πολλά παράθυρα στη σειρά. Σε άλλες περιπτώσεις διαμορφώθηκε ως χώρος εκτός του κυρίως σώματος του σπιτιού και απετέλεσε τα λεγόμενα «σαχνισιά», τα οποία είναι κλειστοί εξώστες. Συνήθως δύο σαχνισιά πλαισιώνουν ένα ανοιχτό χαγιάτι.

Σε όλες τις τυπολογικές και μορφολογικές παραλλαγές σκοπός της δημιουργίας τους ήταν η βιοκλιματική λειτουργία της κατοικίας. Όταν σταδιακά το σπίτι έγινε κλειστό και ορθογωνικό, το χαγιάτι βγήκε έξω από το κύριο σώμα της κατοικίας, στηρίχτηκε με λοξές αντηρίδες, τα λεγόμενα στραβόξυλα, και στεγάστηκε με δικλινή στέγη, σε σχήμα αετώματος, στηριγμένη σε ξύλινες κολόνες. Το χαγιάτι αυτό επικοινωνούσε με την αυλή με ξύλινη σκάλα. Αργότερα, στα τέλη του 19ου αιώνα, με τις επιρροές του νεοκλασικισμού, καταργήθηκε η εξωτερική σκάλα και δημιουργήθηκε ο ανοιχτός εξώστης, το μπαλκόνι. Ο όρος χαγιάτι που χρησιμοποιείται στον χώρο της βόρειας Ελλάδας για τον ημιυπαίθριο χώρο, τόσο του ισογείου όσο και του ορόφου, έχει αραβοπερσική προέλευση (hayat).

Το χαγιάτι σε όλες τις τυπολογικές και μορφολογικές παραλλαγές, είναι μία οικιστική μορφή που προέρχεται από πολύ βαθιές λειτουργικές ανάγκες, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στο πολύ μακρινό παρελθόν. Γεννήθηκε στις συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, με τις ειδικές κλιματολογικές συνθήκες, και συνδέεται γενικότερα με το πνεύμα του αιθρίου, της εσωτερικής δηλαδή αυλής, της αρχαιοελληνικής κατοικίας. Η τυπολογία αυτή επιβίωσε μέχρι τις μέρες μας, από τις ακριτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας μέχρι τις νότιες περιοχές της Ελλάδας, αλλά και στη Μικρά Ασία και στον Πόντο. Στις περιοχές της Μακεδονίας τον υπαίθριο αυτό εσωτερικό χώρο τον ονομάζουν «τρεμ» (από το λατινικό atrium). Στις Μικρασιατικές περιοχές ο αίθριος χώρος μπροστά από την πολυμέτωπη κατοικία ονομάζεται από τους τουρκόφωνους πληθυσμούς «avlu”.

Λίγα λόγια για τον Λουι Ντυπρέ

Γεννήθηκε στις Βερσαλλίες (Seine et Oise) το 1789. Τίποτα δεν είναι γνωστό για την πατρική οικογένεια και την παιδική του ηλικία, εκτός από το ότι είχε έναν αδελφό και μία αδελφή και ότι οι γονείς του ζούσαν ακόμη κατά το 1819. Σπουδαία περίοδος της νεανικής του ηλικίας είναι η μαθητεία του στη Σχολή του Ζακ-Λουί Νταβίντ (επίσημου ζωγράφου του Ναπολέοντα), η οποία θα καθορίσει την προσωπικότητα και το μορφοπλαστικό περιεχόμενο της τέχνης του. Ίσως οι εξαίρετες επιδόσεις του στη Σχολή και η βοήθεια του ισχυρού προστάτη του κόμη Clement de Ris  του δίνουν πρόσβαση στο περιβάλλον του αυτοκράτορα, όπου γνωρίζεται με τον καρδινάλιο και επίσκοπο της Λυών Joseph Fesch, θείο του Ναπολέοντα.

Η γνωριμία του με τον Joseph Fesch, μεγάλη εκκλησιαστική και πολιτική προσωπικότητα καθώς και φιλότεχνος, θα αποδειχτεί επωφελέστατη αφού ο ίδιος θα τον στείλει το 1811 στο Κάσσελ,  στην Αυλή του Ιερώνυμου Βοναπάρτη, βασιλιά της Βεστφαλίας. Το ίδιο έτος ο Ιερώνυμος τον ονομάζει ζωγράφο της αυλής. Τον Φεβρουάριο του 1819 επισκέπτεται την Ελλάδα, πραγματοποιώντας το όνειρο της παιδικής του ηλικίας, οφειλόμενο  στη μελέτη και στην περισυλλογή. Το ταξίδι δικαιώνει την προσδοκία, καθώς αποκαλύπτει στον ζωγράφο την πραγματικότητα ενός κόσμου έως τότε ιδεατού, διευρύνει τη θεματογραφία του και προσδίδει πνοή στην τέχνη του.

Τρεις νέοι φιλότεχνοι  Άγγλοι περιηγητές (Heyet, Hay και Viwian) προτείνουν στον Dupre να τους συνοδέψει στην Ελλάδα. Εκείνοι θα αναλάμβαναν τα έξοδα και αυτός θα τους παρέδιδε ως αντάλλαγμα, εικόνες των μνημείων και των τόπων της χώρας. Οι τέσσερις ταξιδιώτες και η μικρή συνοδεία τους διατρέχουν την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού. Το οδοιπορικό του τελειώνει με την άφιξη του καλλιτέχνη στη Ρώμη, στις 18 Απριλίου 1820.

Βιβλιογραφία

Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ Paidis.com