PISA 2025: Ο καθρέφτης της μαθηματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα
Του Κώστα Μπουραζάνα, Μαθηματικού – πρώην Συμβούλου Εκπαίδευσης Μαθηματικών
Τα αποτελέσματα του PISA 2025 δημοσιεύθηκαν και, όπως συμβαίνει κάθε φορά, άνοιξε ξανά η συζήτηση για τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών. Άλλοι θα σταθούν στη θέση της Ελλάδας στην κατάταξη, άλλοι στους αριθμούς και άλλοι θα αναζητήσουν αμέσως τους υπεύθυνους για τη σημερινή κατάσταση της εκπαίδευσης.
Θα ήθελα να δω τα αποτελέσματα λίγο διαφορετικά.
Έχοντας υπηρετήσει για πολλά χρόνια τη μαθηματική εκπαίδευση και έχοντας βρεθεί κοντά σε εκπαιδευτικούς, μαθητές και σχολικές μονάδες, θεωρώ ότι το PISA δεν πρέπει ούτε να αντιμετωπίζεται ως ευαγγέλιο ούτε να απορρίπτεται επειδή τα αποτελέσματα δεν μας ικανοποιούν. Δεν είναι όλη η αλήθεια για το ελληνικό σχολείο. Είναι όμως ένας καθρέφτης και, αν θέλουμε πραγματικά να βελτιώσουμε την εκπαίδευση, αξίζει να κοιτάξουμε προσεκτικά την εικόνα που μας δείχνει.
Στα Μαθηματικά η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες, έναντι 463 μονάδων στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου οι μισοί Έλληνες μαθητές δεν φτάνουν στο βασικό Επίπεδο 2 μαθηματικής επάρκειας, ενώ μόλις το 2% βρίσκεται στα υψηλότερα Επίπεδα 5 και 6, έναντι περίπου 8% στον ΟΟΣΑ.
Χρειάζεται, βέβαια, προσοχή στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε αυτά τα στοιχεία. Το ότι ένας μαθητής βρίσκεται κάτω από το Επίπεδο 2 δεν σημαίνει ότι «δεν μπορεί να κάνει απλές μαθηματικές πράξεις», όπως εύκολα μπορεί να διαβαστεί σε έναν εντυπωσιακό τίτλο. Σημαίνει ότι δεν έχει κατακτήσει το βασικό επίπεδο μαθηματικού γραμματισμού που θεωρείται απαραίτητο για να μπορεί να χρησιμοποιεί τα Μαθηματικά σε απλές καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Και αυτό ασφαλώς είναι ένα σοβαρό πρόβλημα.
Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχει και μια άλλη πλευρά των αποτελεσμάτων που αξίζει να προσέξουμε. Από το 2022 μέχρι το 2025 η επίδοση της Ελλάδας στα Μαθηματικά μειώθηκε κατά 6 μονάδες, ενώ η αντίστοιχη μείωση στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ήταν μεγαλύτερη. Στην ελληνική παρουσίαση των αποτελεσμάτων επισημάνθηκε επίσης ότι η ελληνική πτώση ήταν μικρότερη από την αντίστοιχη πτώση των χωρών του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η ελληνική επίδοση παραμένει χαμηλή, η απόσταση από τον διεθνή μέσο όρο δεν διευρύνθηκε.
Δεν είναι αυτό λόγος για πανηγυρισμούς. Είναι όμως λόγος να αναρωτηθούμε τι συνέβη και αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κρατήσουμε από αυτή την εξέλιξη.
Υπάρχει μάλιστα ένα στοιχείο που προσωπικά θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Από τα 229 σχολεία που συμμετείχαν στο ελληνικό δείγμα, περίπου 38 παρουσίασαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, και από αυτά τα 32 ήταν δημόσια σχολεία. Το στοιχείο αυτό δεν μας δίνει από μόνο του την απάντηση στο πρόβλημα. Μας δίνει όμως ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: τι κάνουν διαφορετικά αυτά τα σχολεία;
Δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα σχολεία λειτουργούν κάτω από ακριβώς τις ίδιες συνθήκες. Διαφέρουν οι μαθητές, οι οικογένειες, οι περιοχές, οι εκπαιδευτικοί και πολλές άλλες παράμετροι. Το γεγονός όμως ότι μέσα στο ίδιο γενικό εκπαιδευτικό πλαίσιο υπάρχουν σχολεία που επιτυγχάνουν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις αξίζει να μελετηθεί. Ίσως, αντί να αναζητούμε συνεχώς ένα νέο μοντέλο εκπαίδευσης, θα ήταν χρήσιμο να δούμε πρώτα τι κάνουν καλά εκείνοι που ήδη πετυχαίνουν.
Και εδώ φτάνουμε, κατά τη γνώμη μου, στην ουσία της συζήτησης για τα Μαθηματικά.
Το PISA δεν εξετάζει απλώς αν ο μαθητής θυμάται έναν τύπο ή αν μπορεί να εφαρμόσει μια διαδικασία που έχει διδαχθεί. Εξετάζει αν μπορεί να κατανοήσει μια κατάσταση, να τη μετατρέψει σε μαθηματικό πρόβλημα, να επιλέξει μια στρατηγική, να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του, να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα και να ελέγξει αν αυτό έχει νόημα. Με άλλα λόγια, εξετάζει σε σημαντικό βαθμό αν μπορεί να σκεφτεί με κριτική σκέψη.
Και αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τον τρόπο με τον οποίο διδάσκουμε.
Μήπως πρέπει να ζητάμε λίγο συχνότερα από τον μαθητή το «γιατί» και όχι μόνο το «ποιο είναι το αποτέλεσμα»; Να του ζητάμε να εξηγεί μια λύση, να συγκρίνει δύο τρόπους, να εντοπίζει ένα λάθος, να ελέγχει αν η απάντησή του είναι λογική, να αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δεν έχει ακριβώς τη μορφή μιας άσκησης που έχει ξανασυναντήσει;
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τις βασικές μαθηματικές γνώσεις και τις διαδικασίες. Το αντίθετο. Χωρίς γνώση δεν υπάρχει σκέψη. Ο μαθητής χρειάζεται να γνωρίζει αριθμητική, άλγεβρα, γεωμετρία, συναρτήσεις, πιθανότητες και στατιστική. Χρειάζεται να γνωρίζει κανόνες και διαδικασίες. Το ζητούμενο είναι η γνώση να γίνει εργαλείο σκέψης και όχι αυτοσκοπός.
Κατά την γνώμη μου, δεν χρειάζονται λιγότερα Μαθηματικά, αλλά χρειάζεται πιο προσεκτικός τρόπος διδασκαλίας των Μαθηματικών. Να διδάξουμε στους μαθητές μας Μαθηματικά που θα του επιτρέπουν να καταλάβει τι κάνει και γιατί το κάνει. Μαθηματικά που θα του δίνουν τη δυνατότητα να ελέγχει μια απάντηση και να αμφισβητεί ακόμη και μια απάντηση που του δίνει ένας υπολογιστής. Μαθηματικά που δεν θα περιορίζονται στην αναπαραγωγή μιας διαδικασίας, αλλά θα καλλιεργούν την κρίση, την επιχειρηματολογία και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων.
Το σχολικό περιβάλλον έχει επίσης τη σημασία του. Τα στοιχεία του PISA καταγράφουν στην Ελλάδα περισσότερα προβλήματα σχετικά με απουσίες, καθυστερήσεις και διαταραχές της μαθησιακής διαδικασίας, ενώ οι μαθητές αναφέρουν και χαμηλότερα επίπεδα υποστήριξης και γνωστικής ενεργοποίησης σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Η μαθηματική σκέψη χρειάζεται χρόνο, συγκέντρωση, διάλογο και επιμονή. Δεν μπορείς να ζητάς από έναν μαθητή να επιμείνει σε ένα δύσκολο πρόβλημα, όταν η ίδια η μαθησιακή διαδικασία διακόπτεται συνεχώς.
Και βέβαια υπάρχει πλέον ένας παράγοντας που αλλάζει τα δεδομένα: η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η ΤΝ έχει ήδη μπει στη ζωή των μαθητών. Στην Ελλάδα, το 34% των μαθητών δηλώνει ότι χρησιμοποιεί chatbots για να βοηθηθεί στη μάθηση τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
Δεν νομίζω ότι το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα καταφέρουμε να την απαγορεύσουμε. Δεν θα το καταφέρουμε. Το ερώτημα είναι αν θα μάθουμε στα παιδιά να τη χρησιμοποιούν χωρίς να σταματήσουν να σκέφτονται.
Για έναν μαθηματικό το ζήτημα είναι πολύ απλό. Αν ένα σύστημα ΤΝ δώσει στον μαθητή τη λύση μιας εξίσωσης, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σωστό. Ο μαθητής όμως πρέπει να μπορεί να απαντήσει στο «γιατί;», να εξηγήσει τη διαδικασία, να βρει έναν άλλο τρόπο και, κυρίως, να ελέγξει αν η απάντηση είναι σωστή.
Αν η τεχνολογία μας απαλλάξει από την ανάγκη να σκεφτόμαστε, τότε έχουμε πρόβλημα. Αν όμως μας βοηθήσει να κάνουμε καλύτερες ερωτήσεις και να εξετάζουμε περισσότερες λύσεις, μπορεί να γίνει ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο.
Μέσα σε αυτή την εικόνα υπάρχουν και θετικά στοιχεία. Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν, μεταξύ άλλων, σχετικά υψηλό ποσοστό ως προς τη λεγόμενη «νοοτροπία ανάπτυξης» (growth mindset), δηλαδή την αντίληψη ότι οι ικανότητες μπορούν να αναπτύσσονται με την προσπάθεια. Αυτό δείχνει ότι δεν έχουμε απέναντί μας μια γενιά μαθητών χωρίς δυνατότητες ή χωρίς διάθεση να προχωρήσει.
Έχουμε παιδιά που μπορούν να μάθουν. Έχουμε εκπαιδευτικούς που προσπαθούν. Έχουμε σχολεία που πετυχαίνουν. Το ζητούμενο είναι να καταλάβουμε πώς όλα αυτά μπορούν να μετατραπούν σε μια γενικότερη βελτίωση της μαθησιακής επίδοσης.
Δεν πιστεύω στις εύκολες λύσεις. Και δεν πιστεύω ότι ένα καινούργιο βιβλίο, ένα νέο πρόγραμμα σπουδών ή μια νέα εξέταση, από μόνα τους, μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση. Η αλλαγή θα κριθεί τελικά μέσα στην τάξη.
Θα κριθεί από το αν ο μαθητής θα μάθει να σκέφτεται και όχι μόνο να εκτελεί. Από το αν θα του δώσουμε χρόνο να κάνει λάθος και να ξαναπροσπαθήσει. Από το αν θα του ζητήσουμε να εξηγήσει τη λύση του. Από το αν θα επιμείνουμε στο «γιατί». Από το αν θα αξιοποιήσουμε την τεχνολογία χωρίς να της παραδώσουμε τη σκέψη μας.
Και θα πρέπει, κάποια στιγμή, να σταματήσουμε να αναζητούμε κάθε φορά έναν ένοχο. Η μαθηματική εκπαίδευση δεν είναι υπόθεση μόνο του εκπαιδευτικού, μόνο του μαθητή, μόνο της οικογένειας ή μόνο της Πολιτείας. Είναι υπόθεση όλων.
Το PISA είναι ένας καθρέφτης. Και έναν καθρέφτη δεν τον σπάμε επειδή δεν μας αρέσει η εικόνα. Τον κοιτάμε προσεκτικά και προσπαθούμε να καταλάβουμε τι βλέπουμε.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σοβαρό πρόβλημα στα Μαθηματικά. Αυτό δεν πρέπει να το κρύψουμε. Υπάρχουν όμως και ενδείξεις ότι δεν είναι όλα στάσιμα και ότι υπάρχουν σχολεία, εκπαιδευτικοί και μαθητές που μπορούν να πετύχουν καλύτερα.
Το βαθύτερο μήνυμα του PISA 2025 βρίσκεται πέρα από τις βαθμολογίες και τις κατατάξεις. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία προσφέρεται άμεσα και η ελληνική οικογένεια και ο τρόπος ζωής αλλάζουν, το μεγάλο ζητούμενο είναι να ξαναδώσουμε στα παιδιά χρόνο για σκέψη, προβληματισμό και εμβάθυνση. Το σχολείο δεν μπορεί να περιορίζεται στην παροχή πληροφοριών, πρέπει να βοηθά τους μαθητές να σκέφτονται βαθύτερα, να συνδέουν, να αμφισβητούν και να αναζητούν το «γιατί». Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πρόκληση για την ελληνική εκπαίδευση.
Κώστας Μπουραζάνας, Μαθηματικός – πρώην Σύμβουλος Εκπαίδευσης Μαθηματικών, omathmatikos.gr
Πηγές
OECD – PISA 2025 Results, Greece Country Note
OECD – Education GPS, Greece / PISA
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.
























