Εικόνες με τη διπλή ανάσταση στον Τύρναβο
ΓΡΑΦΕΙ Η Σταυρούλα Σδρόλια, αρχαιολόγος, διδάκτωρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Προϊσταμένη της Εφορίας Αρχαιοτήτων Λάρισας*
Aπό τό πλούσιο πολιτιστικό απόθεμα τοϋ Τυρνάβου τοϋ 18ου αιώνα εφθασε στήν εποχή μας μιά σπάνια σειρά εικόνων μέ τή διπλή Ανάσταση,, πού συνδυάζουν στήν ίδια εικόνα τόσο τόν Χριστό πού βγαίνει από τόν τάφο μέ τό λάβαρο, όσο καί τήν Κάθοδό του στόν ‘Άδη.
Πρόκειται γιά τούς δύο τύπους της Ανάστασης πού κυριαρχοϋν στή μεταβυζαντινή τέχνη, τόν λεγόμενο «δυτικό» (Δ. Παλιούρας, «Ή δυτικοϋ τύπου Ανάσταση τοϋ Χριστού καί ό χρόνος εισαγωγής της στήν ’Ορθόδοξη τέχνη», Δωδώνη 7, 1978, 385-397), μέ τόν Χριστό θριαμβευτή, καί τόν «βυζαντινό», μέ τόν Χριστό πού κατεβαίνει στόν Κάτω Κόσμο. Ό συνδυασμός τών δύο στήν ίδια εικόνα δημιούργησε στόν Τύρναβο παραστάσεις μέ μεγάλη δύναμη, πού σίγουρα εντυπωσίασαν τήν κοινωνία της εποχης καί αξίζουν μιά πρώτη παρουσίαση.
Ή πρώτη από αυτές προέρχεται από τόν ναό της Αγίας Τριάδας καί εχει διαστάσεις 43×69 εκ. (εικ. 1). Ό ναός αυτός διατηρείται σήμερα στή μορφή τοϋ 19ου αιώνα, αρα δέν γνωρίζουμε τήν προγενέστερη ιστορία του, αν ήταν τοιχογραφημένος καί αν ύπηρχε στούς τοίχους ή στό τέμπλο παράσταση της Ανάστασης.
Οί δεσποτικές εικόνες τοϋ 17ου αιώνα πού σώζονται καί τοποθετήθηκαν στό νεώτερο τέμπλο εχουν ύψος από 85-95 εκ.. Επομένως ή εικόνα πού μας απασχολεί δημιουργήθηκε πιθανόν γιά τοποθέτηση στό προ- σκυνητάρι τίς μέρες τοϋ Πάσχα, άφοϋ οί διαστάσεις της δέν ταιριάζουν μέ άλλη χρήση. Πρόκειται γιά δίζωνη εικόνα, μέ δύο ανεξάρτητες σκηνές, επάνω τήν Ανάσταση μέ τόν Χριστό νά κρατεί τό λάβαρο καί κάτω τήν Εις Άδου Κάθοδο.
Τό σύνολο περιβάλλεται μέ ερυθρή ζωγραφιστή ταινία. Σήμερα, βρίσκεται σέ καλή κατάσταση, αλλά στό παρελθόν είχε ύποστεί καταστροφές στό δεξιό τμήμα καί στό κέντρο. Συντηρήθηκε στό Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας από τή συντηρήτρια Σταυρούλα Νάκου μέ μέριμνα της Ίερας Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου.
Στήν επάνω σκηνή, πού φέρει τήν επιγραφή Η ΑΝΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, εικονίζεται ό Χριστός, τή στιγμή πού εξηλθε από τό μνημα, ενω τριγύρω ή κουστωδία κοιμαται. Στέκεται όρθιος επάνω στήν κλειστή μαρμάρινη σαρκοφάγο, πού είναι σφραγισμένη μέ κόκκινη ταινία χιαστί. Γυμνός από τή μέση καί πάνω, φέρει τριγύρω του ενα κόκκινο ιμάτιο πού τόν τυλίγει χαλαρά καί ανεμίζει πρός αριστερά, στήν ίδια κατεύθυνση πρός τήν όποία σηκώνει τό χέρι σέ θριαμβευτική χειρονομία ευλογίας, ενω κρατεί μέ τό άλλο σταυροφόρο λάβαρο. Ή κίνηση του ίματίου ύπογραμμίζεται από εκείνη του λάβαρου καί ακολουθείται από τό σχημα των άπότομων βράχων πού πλαισιώνουν τή σκηνή, προσδίδοντας σ’ αυτήν ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αρετές.
Γύρω από τή σαρκοφάγο οί στρατιώτες κοιμούνται σέ διάφορες στάσεις καί μόνον ό εκατόνταρχος Λογγίνος είναι μάρτυρας του θαύματος καί απευθύνεται στό Χριστό μέ δέος. Πίσω από τούς βράχους διακρίνονται δύο γυναικείες μορφές, οί Μυροφόρες, πού πλησιάζουν διστακτικά στό μνημείο.
Ή γενικότερη μορφή της παράστασης συνδέεται μέ τήν λεγόμενη «δυτικου τύπου» Ανάσταση, πού διαδίδεται τή μεταβυζαντινή περίοδο μέσω τών κρητικών εικόνων (Παλιούρας, ο.π.). Ενδεικτικά παραδείγματα προσφέρουν οί εικόνες του Βίκτωρα του 17ου αι. (Εικόνες Κρητικής Τέχνης, Ηράκλειον 1993, αρ. 18, Παλιούρας, ο.π., εικ. 1) καί εκείνες της Ζακύνθου (Ζ. Μυλωνα, Εικόνες τής Ζακύνθου, Αθήνα 1998, εικ. 19, σ. 135). Ωστόσο, σ’ αυτές ή μορφή του Χρι- στου έχει περισσότερη ένταση στήν κίνηση, ενω ή παράσταση πού μας απασχολεί βρίσκεται πλησιέστερα σέ σκηνές εντοίχιας ζωγραφικης, ειδικά σέ αυτές μέ τίτλο «Ή Κουστωδία», οπως στή Μονή Πέτρας Άγράφων τό 1625 η στή Δρακότρυπα τό 1758 (I. Τσιουρης, Οί τοιχογραφίες τής Μονής Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας, 1758, Άθήνα 2008, σ. 139, εικ. 150). Πρός τήν εντοίχια ζωγραφική μας προσανατολίζει ακόμη περισσότερο ή συνειδητή προβολή από τόν ζωγράφο μας των δύο τύπων Ανάστασης, φαινόμενο πού γνωρίζει αρκετή διάδοση στίς τοιχογραφίες της Θεσσαλίας καί της Ηπείρου από τόν 17ο αιώνα, όπως θά φανεί παρακάτω.
Στήν κάτω σκηνή εικονίζεται ή Κάθοδος στόν ‘Άδη, πού εδώ φέρει τήν επιγραφή Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Στό κέντρο βρίσκεται ό Χριστός, μέσα σέ δόξα μέ σταυρόσχημη απόληξη, πλαισιωμένη από δύο αγγέλους.
Πατεί στίς πύλες τοϋ ‘Άδη καί μέ τά δυό του χέρια σηκώνει τούς προπάτορες, Άδάμ καί Ευα, από τούς τάφους τους, ενω πίσω από αυτούς εικονίζονται δύο όμιλοι μορφών, από τούς όποίους ξεχωρίζουν αριστερά οί βασιλείς Δαβίδ καί Σολομών, καθώς καί ό ‘Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος.
Ή σκηνή εκτυλίσσεται στό σπήλαιο του ‘Άδη, όπως δηλώνουν οί βραχώδεις σχηματισμοί πού τήν περιβάλλουν. Ό ίδιος ό ‘Άδης υποδηλώνεται ως σκοτεινή μορφή, δεμένη μέ αλυσίδες κάτω από τά πόδια του Χριστού, ενω άλλες πέντε μορφές του σκότους διακρίνονται στά κενά μεταξύ τών βράχων στό κάτω μέρος της εικόνας καί αποδίδουν επίσης δαίμονες αλυσοδεμένους, σύμφωνα μέ στοιχεία πού αντλούνται από τήν υμνολογία της έορτης του Πάσχα.
Ό βυζαντινός αυτός τύπος εξακολούθησε νά ζωγραφίζεται σέ τοιχογραφίες καί εικόνες μέχρι τόν 18ο αιώνα, όπως βλέπουμε γιά παράδειγμα, σέ εικόνα του Διονυσίου του εκ Φουρνα του 1711 (G. Kakavas, Dionysios of Fourna, Leiden 2008, εικ. 111), παρά τήν παράλληλη ύπαρξη του λεγομένου δυτικου τύπου.
Τό σύνολο της παράστασης χαρακτηρίζεται από ίεροπρέπεια καί συμμετρία. Οί μορφές είναι καλοφτιαγμένες, μέ ατομικά χαρακτηριστικά, καί αποδίδονται μέ λίγα βασικά χρώματα, τό κόκκινο, τό μπλέ καί τό χρυσό, σέ σκουρες καί μουντές αποχρώσεις. Τά γυμνά μέρη αποδίδουν τόν όγκο τών σωμάτων, μέ τούς φωτεινούς τόνους πού τίθενται πάνω από τόν σκουρο προπλασμό, ενω τή λεπτομερη τεχνική του ζωγράφου φανερώνουν επίσης οί βράχοι καί ή δια- κόσμηση της σαρκοφάγου. Τό τελικό ύφος του έργου θά πρέπει νά αποδιδόταν μέ χρυσογραφίες στά ενδύματα, όπως προκύπτει από όρισμένα ίχνη, στοιχεία πού δέν σώθηκαν ή δέν όλοκληρώθηκαν ποτέ.
Τό μεγαλύτερο ενδιαφέρον της εικόνας του Τυρνάβου εντοπίζεται στόν συνδυασμό τών δύο σκηνών σέ μία, κάτι πού αποτυπώνει μιά τάση της τέχνης του 17ου-18ου αιώνα στήν Κεντρική Ελλάδα καί τήν Ήπειρο, γιά τήν παράλληλη απόδοση τών δύο εικονογραφικών τύπων της Άνάστασης, του βυζαντινου καί του δυτικου. Αναφέρουμε, κατ’ αρχήν, από τήν περιοχή της Θεσσαλίας τά καθολικά τών Μονών Ρεντίνας (1662) καί Φλαμουρίου, τή Μονή Δρυόβουνου Κοζάνης (1652, Θ. Τσάμπουρας, Τό έργο τοϋ ζωγράφου Νικολάου άπό τό Λινο- τόπι στό καθολικό της Μονής Μεταμορφώσεως Δρυοβούνου, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 80, εικ. 121α), τόν ‘Άγιο Γεώργιο στό Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας (1669, Παλιούρας, πίν. 2-3), ενω, αργότερα, τήν τάση αυτή τή βλέπουμε συχνά σέ μνημεία της Ηπείρου, από Καπεσοβίτες καί άλλους ζωγράφους (Δ. Κων- στάντιος, Προσέγγιση στό έργο των ζωγράφων άπό τό Καπέσοβο τής Ηπείρου, Άθήνα 2001, σ. 87), αλλά καί στή Θεσσαλία στή Μονή Παντελεήμονα Άγιας (1721), στήν περιοχή τών Άγράφων (Τσιουρής, ό.π., 120) καί στό “Άγιο Όρος (Γ. Τσιγάρας, Οί ζωγράφοι Κωνσταντίνος καί Αθανάσιος,
Τό έργο τους στό Άγιο ’Όρος (1752-1783), Θεσσαλονίκη 1997, σ. 133 κ.έ.). Στίς περιπτώσεις αυτές, πρόκειται γιά διαδοχικές παραστάσεις, όπου συνήθως ή Κάθοδος στόν Άδη εικονίζεται πρώτη καί δίπλα της ή Άνάσταση, ενω σέ λίγες περιπτώσεις εικονίζεται τό αντίθετο, όπως στόν ναό της Παναγίας Δεμερλιώτισσας, στόν Σταυρό Φαρσάλων, πού ζωγραφίσθηκε τό 1786 από τούς αξιόλογους καλλιτέχνες Γεώργιο Γεωργίου καί Γεώργιο Αναγνώστου, μαθητές του Διονυσίου του εκ Φουρνα (Σ. Σδρόλια, Εκκλησιαστική Ζωγραφική τής περιοχής Φαρσάλων, Τά Φάρσαλα καί ή εύρύτερη περιοχή τους, Πρακτικά Διεθνους Έπιστημονικοϋ Συνεδρίου, Φάρσαλα 2016, σσ. 221-224).
Άξίζει νά σημειωθεί ότι τήν εποχή αυτή, εκτός της καλλιτεχνικης, υπάρχει επίσης καί θεωρητική συζήτηση γιά τούς δύο τύπους της Ανάστασης, όπως στήν Ερμηνεία του Διονυσίου του εκ Φουρνα, πού περιγράφει καί τούς δύο τύπους (Kakavas, ό.π. σ. 168), καί του Νικόδημου Αγιορείτη (Πηδάλιον, σ. 321), ενω έχει διατυπωθεί επίσης ή άποψη ότι ό θρίαμβος του Χριστου επί του θανάτου ενείχε συμβολισμούς σχετικά μέ τήν απελευθέρωση του υπόδουλου Γένους (D. Triantaphyllopoulos, Die nachbyzantinische Wandmalerei auf Kerkyra und den anderen Ionischen Inseln, Munchen 1985, 238-239).
Οί αναζητήσεις αυτές ίσως είχαν αντίκτυπο στούς κύκλους τών μορφωμένων του Τυρνάβου, μέ τούς σπουδαίους δασκάλους καί θά μπορουσαν νά ασκήσουν επίδραση στίς επιλογές τών ζωγράφων. Μία ακόμη παράμετρος γιά τήν εξέταση του θέματος προστίθεται από τήν πιθανότητα ό ναός της Αγίας Τριάδας νά υπηρξε στό παρελθόν καθολικό μοναστηριου, όπως προκύπτει από σημείωση σέ ευαγγέλιο (Σ. Σδρόλια, Οί μεταβυζαντινοί ναοί τοϋ Τυρνάβου, Τύρναβος 1991, σ. 84), καί θά μπορουσε νά διαθέτει πρόσβαση σέ λόγιο περίγυρο του Αγίου Όρους ή άλλων μονών.
Έδώ μπορεί νά αναφερθεί, επίσης, ότι ό Τύρναβος είχε πολλές εκκλησίες καί σίγουρα διέθετε ζωγράφους τόν 18ο αιώνα, όπως προκύπτει από επιγραφή του 1756 σέ εικόνα του ναου στόν “Άγιο Γεώργιο του Δήμου Κιλελέρ, μέ αναφορά σέ ζωγράφο του Τυρνάβου (Ίερά Μητρόπολη Λαρίσης καί Τυρνάβου, Προσκυνηματικός Όδηγός, Λάρισα 2024, σ. 129, οπου εκ παραδρομης τό έτος αναφέρεται ώς 1746), όπότε είναι πολύ πιθανόν ή εικόνα πού μας απασχολεί νά ζωγραφίσθηκε στόν Τύρναβο.
Ή εικόνα του Αγίου Γεωργίου διαθέτει αρκετές όμοιότητες μέ τή δική μας, οπως τήν ενδιαφέρουσα διαμόρφωση τών βράχων καί τών γυμνών μερών στίς μορφές, από τά όποία καθίσταται φανερό οτι τά δύο έργα έχουν βγεί από τό ίδιο καλλιτεχνικό περιβάλλον, στοιχείο πού συμβάλλει στή χρονολόγηση της εικόνας μας στά μέσα του 18ου αιώνα.
Οί τοιχογραφίες του ναου του Αγίου Γεωργίου, της ίδιας περιόδου, περιέχουν ενα ακόμη καλό παράδειγμα μέ τή διπλη Άνάσταση, αλλά καί άλλα στοιχεία πού τίς συνδέουν μέ τή ζωγραφική τών Άγράφων. Ίσως εδώ θά μπορουσε νά αναφερθεί ή παρουσία ενός Άγραφιώτη δασκάλου στόν Τύρναβο τήν εποχή αυτή, του Ιωάννη από τόν Φουρνα (Μ. Λαφαζάνη, ’Ιωάννης Πέζαρος, Τύρναβος 2009, σ. 142), πού θά μπορουσε νά λειτουργήσει ώς σύνδεσμος μέ τούς Άγραφιώτες ζωγράφους, καθώς ή σχέση τών δασκάλων μέ τίς εκκλησίες ήταν πολύ στενή.
Γεγονός είναι οτι ό ανώνυμος ζωγράφος της εικόνας πού παρουσιάσαμε δημιούργησε ενα επιτυχημένο καλλιτεχνικά έργο, πού προκάλεσε αίσθηση στήν εποχή του, καί αυτό άποδεικνύεται άπό δύο αντίστοιχα έργα πού δημιουργουνται αργότερα. Θέτοντας τήν επιγραφή «Ή Άνω Άνάστα- σις» στήν επάνω σκηνή, δείχνει οτι αποδίδει δύο εκφάνσεις του γεγονότος, στήν πρώτη τόν Θρίαμβο της Άνάστασης καί στή δεύτερη τή μέριμνα γιά τή σωτηρία τών ανθρώπων.
Τό 1786, καί μέ λίγες ήμέρες διαφορά, δύο εκκλησίες του Τυρνάβου, ή Αγία Παρασκευή καί ό Προφήτης Ήλίας της Άγορας, αποκτουν τή δική τους διπλη Άνάσταση, τήν περίοδο του Πάσχα. Πρώτη δημιουργείται ή εικόνα της Αγίας Παρασκευης μέ ήμερομηνία 2 Άπριλίου καί δεύτερη εκείνη του Προφήτη Ήλία στίς 8 Άπριλίου.
Ή πρώτη (εικ. 2) φυλάσσεται σήμερα στόν ναό τοϋ Αγίου Γεωργίου (άρ. 56), άλλά τό 1960 βρισκόταν στήν Πρόθεση τοϋ ναοΰ της Άγίας Παρασκευης (Ά. Δαλαμπύρας, Έπιγραφαί έκ βυζαντινών καί Μεταβυζαντινών Μνημείων της Επαρχίας Τυρνάβου, Λάρισα 1960, σ. 25).
Ή εικόνα τοϋ ναοϋ τοϋ Προφήτη ’Ηλία (εικ. 3) ανήκει στή συλλογή τοϋ ναοϋ της Παναγίας Φανερωμένης (αρ. 102), καθώς ό ναός τοϋ Προφήτη ’Ηλία εχει καταστραφεί. Έδώ θά πρέπει νά σημειωθεί ότι τό 1786 ύπηρξε εποχή γενικότερης ανακαίνισης γιά τόν ναό τοϋ Προφήτη ’Ηλία, καθώς τότε φιλοτεχνήθηκαν όλες οί εικόνες πού φέρουν επιγραφές, πιθανόν καί τό ίδιο τό ξυλόγλυπτο τέμπλο, πού βρίσκεται σήμερα στή Μονή Προφήτη ’Ηλία.
Οί επιγραφές τών εικόνων αναφέρουν τόν ζωγράφο Δη- μήτριο, ό όποίος ταυτίζεται μέ τόν καλλιτέχνη τών εικόνων της Ανάστασης, όπως δείχνει ή αντιπαραβολή τους. Οί δύο εικόνες μέ τήν Άνάσταση εχουν παρόμοιες διαστάσεις, 46×69 εκ. ή πρώτη καί 48×73 εκ. ή δεύτερη καί προορίζονταν γιά προσκύνηση στή γιορτή τοϋ Πάσχα, όπως δείχνει ή ήμερομηνία παράδοσής τους.
Στό επάνω τμημα εικονίζεται ό Χριστός θριαμβευτής, πατώντας στήν κλειστή σαρκοφάγο, αυτή τή φορά σέ μεγαλοπρεπη δόξα κόκκινου χρώματος καί πλαισιωμένη από σύννεφα, όπως στήν πλειονότητα τών εργων τοϋ 18ου αιώνα, πού προαναφέρθηκαν. Έδώ θά πρέπει νά αναφερθεί επίσης καί ή συμβολή των χαρακτικών στή διάδοση τών εικονογρα- φικών τύπων, όπως δείχνει ενα χαρακτικό τοϋ 18ου αιώνα, πού φαίνεται ότι επηρέασε πολλές τοιχογραφίες της Ηπείρου (Μ. Νάνου, Έκ Χιονάδων, Σπουδές καί Άνθίβολα, Βόλος 2004, αρ. 39) καί περιλαμβάνει τή μεγαλοπρεπη δόξα μέ τά σύννεφα.
Στίς εικόνες τοϋ Τυρνάβου τοϋ 1786 ή Κουστωδία γύρω από τόν τάφο είναι εξαιρετικά πολυπληθής, ενω στό βάθος εικονίζεται ή πόλη της Ιερουσαλήμ μέ τή μορφή τείχους, πίσω από τό όποίο εξέχουν πυργόμορφα κτίσματα. Κοντά στή δεξιά πύλη παριστάνονται οί τρείς Μυροφόρες, οί όποίες κοιτάζουν τή σκηνή μέ χειρονομίες απορίας. Ή παράσταση αυτή εχει κοινά στοιχεία μέ όρι- σμένες στήν Ήπειρο καί στήν περιοχή τών Άγράφων, πού προαναφέρθηκαν, όπου εικονίζεται συχνά ή πόλη (Κωνστάντιος, ό.π., εικ. 94 κ.έ.). Τό ίδιο παρατηρείται επίσης στόν ναό του Αγίου Γεωργίου Λεύκης, πού περιέχει τίς δύο σκηνές Ανάστασης (Λ. Δεριζιώτης, «Ό ναός του Αγίου Γεωργίου Λεύκης Ν. Καρδίτσας καί ό αγιογράφος Θεόδωρος ίερεύς», Άγιά, Ίστορικά-Άρχαιολογικά, 2002, φωτ. 13), αλλά στόν Τύρναβο τό βάθος έχει κλείσει εντελώς μέ τό τείχος καί τά πλήθη έχουν αυξηθεί.
Έξίσου πολυπληθείς όμάδες περιέχονται επίσης καί στήν κάτω σκηνή, τήν Εις ‘Άδου Κάθοδο, ή όποία, κατά τά άλλα, παρουσιάζει τόν συμμετρικό τύπο, όπως στήν εικόνα του ναου της Αγίας Τριάδας πού παρουσιάσαμε. Επιδράσεις στό θέμα της αυξησης του αρχιτεκτονικου βάθους καί του πλήθους ενδέχεται νά έχει δεχθεί ό ζωγράφος από έργα της σχολης του ζωγράφου ίερέα Θεοδώρου από τήν Άγιά (Τσιουρής, ό.π., εικ. 11, 12, 260, 267).
Τά δύο έργα του 1786 εφαρμόζουν τό ίδιο πρότυπο μέ μικροδιαφορές καί είναι φανερό ότι ανήκουν στόν ίδιο ζωγράφο, τόν Δημήτριο, πού άφησε αξιόλογο έργο στόν Τύρναβο, όπως προαναφέρθηκε. Τό ύφος τών παραστάσεων είναι διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης εικόνας, του ναου της Αγίας Τριάδας, καί διαθέτουν μεγαλύτερη κίνηση καί πολυχρωμία. Ωστόσο, ό συνδυασμός τών δύο παραστάσεων σέ μία εικόνα καί ή ήρεμη μορφή του Χριστου πού πατεί στήν κλειστή σαρκοφάγο δείχνουν τήν επίδραση πού άσκησε τό πρώτο έργο, εκείνο του ναου της Αγίας Τριάδας. Καί τά τρία έργα αποτελουν μοναδικές συνθέσεις καί προσπάθησαν νά αποδώσουν τό μεγαλείο της Άνά- στασης, αφήνοντας τό στίγμα τους στήν κοινωνία του Τυρνάβου τόν 18ο αιώνα. Άνήκουν στή εποχή κατά τήν όποία κήρυττε στίς εκκλησίες ό Ιωάννης Πέζαρος (1782-1806), ό σπουδαίος δάσκαλος της Σχολης Τυρνάβου (Λαφαζάνης, ό.π.) καί μπορεί κανείς νά τόν φαντασθεί νά τίς σχολιάζει στό κήρυγμά του. Καμμία από τίς παραπάνω εικόνες δέν επιτελεί τόν σκοπό της σήμερα, αφου οί ναοί στούς όποίους ανηκαν δέν λειτουργουν, γιά διαφορετικούς λόγους ό καθένας. Τό μακρόχρονο έργο της συντήρησης πού διεξάγεται μέ πρωτοβουλία της Ίερας Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου τίς ανέσυρε από τή λήθη καί μπορουν νά επικοινωνήσουν πάλι μέ τό κοινό τους, έστω καί μέσω του περιοδικού.
*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην επριοδική έκθεση της Μητρόπολης Λάρισας και Τυρνάβου «Αχιλλίου Πόλις»
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.
























