Εργαζόταν και πλήρωνε εισφορές, αλλά ο χρόνος δεν μετρά για τη σύνταξη
Εργαζόταν και πλήρωνε εισφορές, αλλά ο χρόνος δεν μετρά για τη σύνταξη – Απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για πρώην δημόσια υπάλληλο
Η αμετάκλητη καταδίκη για παθητική δωροδοκία, η αυτοδίκαιη έκπτωση από την υπηρεσία και η δικαστική διεκδίκηση για συνταξιοδότηση πριν από τα 65.
Με την απόφαση 557/2026, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ξεκαθαρίζει ότι η συνέχιση της εργασίας και η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν αρκούν για να αναγνωριστεί συντάξιμος χρόνος όταν έχει ήδη λυθεί η υπαλληλική σχέση.
Μπορεί ένας δημόσιος υπάλληλος να συνεχίζει να εργάζεται, να λαμβάνει κανονικά τον μισθό του και να καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές, αλλά ο χρόνος αυτός να μη μετρά για τη σύνταξή του;
Το ερώτημα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιδιαίτερης συνταξιοδοτικής διαφοράς που έφτασε μέχρι την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με αφορμή την περίπτωση πρώην υπαλλήλου της Νομαρχίας Αθηνών, η οποία είχε καταδικαστεί αμετάκλητα για παθητική δωροδοκία.
Παρότι η υπάλληλος συνέχισε να παρέχει εργασία και να καταβάλλει εισφορές για περισσότερο από έναν χρόνο μετά την αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής της σχέσης, διεκδικώντας την αναγνώριση του διαστήματος αυτού ως συντάξιμου, το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο απέρριψε το αίτημά της.
Με την απόφαση 557/2026 έκρινε ότι η πραγματική παροχή υπηρεσιών δεν αρκεί για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, όταν έχει προηγηθεί γεγονός που επιφέρει αυτοδικαίως την έκπτωση του υπαλλήλου από την υπηρεσία.
Η υπόθεση αφορά γυναίκα που είχε υπηρετήσει από το 1987 σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα και στη Νομαρχία Αθηνών και η οποία καταδικάστηκε το 2007 σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών για παθητική δωροδοκία. Η καταδίκη της κατέστη αμετάκλητη το 2009, μετά την έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου, γεγονός που επέφερε αυτοδικαίως την έκπτωσή της από την υπηρεσία.
Ωστόσο, η πρώην υπάλληλος παρέμεινε στην εργασία της έως τον Ιούλιο του 2010, εξακολουθώντας να λαμβάνει αποδοχές και να καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές.
Όταν εξετάστηκε η συνταξιοδοτική της κατάσταση, η αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αναγνώρισε συνολική συντάξιμη υπηρεσία 20 ετών, επτά μηνών και 17 ημερών, ορίζοντας ως ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης τη 13η Αυγούστου 2027, όταν η ενδιαφερόμενη θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας της.
Η πρώην υπάλληλος επιχείρησε να ανατρέψει τον συγκεκριμένο υπολογισμό, διεκδικώντας την προσμέτρηση πρόσθετων χρονικών διαστημάτων, ώστε να συμπληρώσει περισσότερα από 25 έτη συντάξιμης υπηρεσίας και να αποκτήσει δικαίωμα καταβολής μειωμένης σύνταξης από το 55ο έτος ή πλήρους σύνταξης από το 60ό. Μεταξύ άλλων, ζήτησε να συνυπολογιστούν ο χρόνος κατά τον οποίο είχε τεθεί σε αργία, ο χρόνος φοίτησής της σε νοσηλευτική σχολή, τρία πλασματικά έτη λόγω των δύο παιδιών της, καθώς και η περίοδος κατά την οποία συνέχισε να εργάζεται μετά την αμετάκλητη ποινική καταδίκη.
Το αίτημά της απορρίφθηκε από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η ίδια προσέφυγε στην Ολομέλεια, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, παραβίαση των αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της προστασίας των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Γιατί δεν αναγνωρίστηκε ο χρόνος εργασίας και καταβολής εισφορών
Το σημαντικότερο ζήτημα που εξέτασε το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν οι συνέπειες της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης στη δημοσιοϋπαλληλική σχέση. Σύμφωνα με το άρθρο 149 του Υπαλληλικού Κώδικα, η καταδίκη για συγκεκριμένα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και η δωροδοκία, επιφέρει αυτοδικαίως την έκπτωση του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Η έκπτωση επέρχεται από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης και δεν εξαρτάται από την έκδοση της μεταγενέστερης διοικητικής πράξης, η οποία έχει απλώς διαπιστωτικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, ακόμη και εάν ο υπάλληλος εξακολουθήσει στην πράξη να εργάζεται, η μεταγενέστερη υπηρεσία του δεν μπορεί να θεωρηθεί συντάξιμη, καθώς η υπαλληλική του σχέση έχει ήδη λυθεί αυτοδικαίως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι το Δικαστήριο δεν θεώρησε καθοριστικό ούτε το γεγονός ότι κατά το επίμαχο διάστημα παρακρατούνταν εισφορές από τις αποδοχές της πρώην υπαλλήλου.
Όπως εξηγείται στην απόφαση, το ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων δεν βασίζεται σε απόλυτη οικονομική αντιστοιχία μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και συνταξιοδοτικών παροχών. Η καταβολή εισφορών δεν γεννά από μόνη της δικαίωμα αναγνώρισης οποιουδήποτε χρόνου ως συντάξιμου, εάν δεν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις.
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν παραβιάζεται ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καθώς στην ενδιαφερόμενη έχει ήδη κανονιστεί σύνταξη, η οποία θα αρχίσει να καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας.
Ούτε η αργία ούτε τα πλασματικά χρόνια των παιδιών άλλαξαν τον υπολογισμό
Η δικαστική διεκδίκηση δεν περιορίστηκε στον χρόνο εργασίας μετά την καταδίκη. Η πρώην υπάλληλος ζήτησε επίσης να αναγνωριστούν δύο έτη, εννέα μήνες και 26 ημέρες κατά τα οποία είχε τεθεί σε δυνητική αργία. Ωστόσο, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, ο χρόνος αργίας δεν θεωρείται συντάξιμος εάν δεν έχει ακολουθήσει αθώωση ή απαλλαγή για το αδίκημα που συνδέεται με αυτήν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνο δεν υπήρξε αθώωση, αλλά η ποινική διαδικασία ολοκληρώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Επομένως, κρίθηκε νόμιμος ο αποκλεισμός του συγκεκριμένου διαστήματος από τη συνολική συντάξιμη υπηρεσία της.
Απορρίφθηκε και το αίτημα αναγνώρισης χρόνου σπουδών σε μέση τεχνική επαγγελματική σχολή νοσηλευτικής, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ειδικές διατάξεις που επιτρέπουν την προσμέτρηση χρόνου πρακτικής άσκησης συγκεκριμένων κατηγοριών νοσηλευτικού προσωπικού δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν αναλογικά στην περίπτωση της ενδιαφερόμενης. Αντίστοιχα, δεν έγινε δεκτό το αίτημά της για αναγνώριση τριών πλασματικών ετών λόγω των δύο παιδιών της, καθώς η πλειοψηφία έκρινε ότι οι σχετικές ευνοϊκές διατάξεις του ν. 3865/2010, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 4002/2011, δεν καταλαμβάνουν υπαλλήλους που είχαν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος τους. Η συγκεκριμένη κρίση δεν ήταν, πάντως, ομόφωνη, καθώς μέλος του Δικαστηρίου διατύπωσε αντίθετη γνώμη, υποστηρίζοντας ότι η αναγνώριση του πλασματικού χρόνου τέκνων θα έπρεπε να γίνει δεκτή με βάση τη διατύπωση και τον σκοπό των νομοθετικών ρυθμίσεων.
Η καταβολή εισφορών δεν δημιουργεί αυτομάτως συνταξιοδοτικό δικαίωμα
Η Ολομέλεια εξέτασε επίσης τους ισχυρισμούς περί παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που προστατεύει την περιουσία και, υπό προϋποθέσεις, τις νόμιμες συνταξιοδοτικές προσδοκίες. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι συνταξιοδοτικές αξιώσεις εμπίπτουν στην προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται δικαίωμα σε συγκεκριμένο ύψος σύνταξης ή σε απόλυτη ανταποδοτικότητα των ασφαλιστικών εισφορών. Καθοριστικό στοιχείο είναι εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώριση της σχετικής αξίωσης και εάν οι προβλεπόμενοι περιορισμοί θίγουν τον πυρήνα του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε στο σύνολό της την αίτηση αναίρεσης, διατηρώντας τον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τα 20 έτη, επτά μήνες και 17 ημέρες συντάξιμης υπηρεσίας και την έναρξη καταβολής της στο 65ο έτος. Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σχέση μεταξύ ποινικής καταδίκης, δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αναδεικνύοντας ότι η καταβολή μισθού και ασφαλιστικών εισφορών δεν αρκεί πάντοτε για να θεμελιώσει δικαίωμα προσμέτρησης χρόνου υπηρεσίας.
Το κρίσιμο στοιχείο, όπως προκύπτει από την απόφαση, είναι ότι η αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής σχέσης επιφέρει άμεσες συνταξιοδοτικές συνέπειες, ακόμη και όταν η πραγματική αποχώρηση από την εργασία πραγματοποιείται σε μεταγενέστερο χρόνο.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















