Αξιολόγηση σχολικών μονάδων: Όταν αλλάζουμε την πλατφόρμα, αλλά όχι την ουσία

ΓΡΑΦΕΙ Ο Τηλέμαχος Κουντούρης*

Αντί να ασχοληθούμε με την ουσία της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας, επιλέγουμε να αλλάξουμε την πλατφόρμα.

Σαν να προσπαθούμε να διορθώσουμε το πρόβλημα αλλάζοντας το εργαλείο, χωρίς να εξετάζουμε αν ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται υπηρετεί πραγματικά τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.

Βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος.
Η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο αυτοβελτίωσης, συνεργασίας και παιδαγωγικού αναστοχασμού. Αντί γι’ αυτό, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατρέπεται σε μια ακόμη διοικητική και γραφειοκρατική υποχρέωση.

Το ίδιο το ΙΕΠ αναφέρει ότι ο αριθμός των Ομάδων και, κατ’ επέκταση, των Σχεδίων Δράσης εξαρτάται από τον αριθμό των εκπαιδευτικών της σχολικής μονάδας, ενώ οι Ομάδες συγκροτούνται από 2 έως 5 εκπαιδευτικούς. Αυτό σημαίνει ότι στις μεγαλύτερες σχολικές μονάδες μπορεί να προκύπτουν πολλά παράλληλα Σχέδια Δράσης, όχι επειδή τόσες παρεμβάσεις αποτελούν αναγκαστικά παιδαγωγική προτεραιότητα, αλλά επειδή αυτό υπαγορεύεται από τη δομή της διαδικασίας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.

Ο Σύλλογος Διδασκόντων θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει πόσα Σχέδια Δράσης χρειάζεται πραγματικά η συγκεκριμένη σχολική μονάδα, με βάση τις ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες, τις δυνατότητες και τις πραγματικές προτεραιότητές της.

Γιατί όχι, για παράδειγμα, ένα ουσιαστικό Σχέδιο Δράσης κάθε σχολική χρονιά, καλά σχεδιασμένο, ρεαλιστικό και προσαρμοσμένο στις ανάγκες του συγκεκριμένου σχολείου, στο οποίο θα μπορούσε να συμμετέχει και να κινητοποιείται ολόκληρη η σχολική κοινότητα;
Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να δημιουργήσει χώρο για συνεργασία, ουσιαστικό παιδαγωγικό διάλογο, εφαρμογή, αναστοχασμό και πραγματική αποτίμηση των αποτελεσμάτων.

Αντίθετα, όταν πολλαπλασιάζονται τα Σχέδια Δράσης, υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε αγώνα συμπλήρωσης φορμών, καταγραφής ενεργειών και τυπικής ολοκλήρωσης υποχρεώσεων. Το ίδιο το ΙΕΠ προβλέπει διαδοχικά στάδια σχεδιασμού, υλοποίησης και αποτίμησης των δράσεων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Και τότε το ερώτημα είναι απλό:

Αξιολογούμε για να βελτιώσουμε το εκπαιδευτικό έργο ή υλοποιούμε δράσεις για να μπορούμε να αποδείξουμε ότι αξιολογήσαμε;
Η διαφορά είναι τεράστια.

Και ο ρόλος του Συμβούλου Εκπαίδευσης;

Εξίσου σημαντικό είναι να επανεξεταστεί ο ρόλος των Συμβούλων Εκπαίδευσης. Η σχολική μονάδα δεν χρειάζεται έναν ακόμη βαθμολογητή. Χρειάζεται έναν κριτικό φίλο: έναν επιστημονικό συνεργάτη που θα γνωρίζει τη σχολική πραγματικότητα, θα συζητά με τους εκπαιδευτικούς, θα εντοπίζει μαζί τους τις πραγματικές ανάγκες και θα υποστηρίζει την προσπάθεια βελτίωσης.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι μια καλύτερη πλατφόρμα.

Το ζητούμενο είναι ένα καλύτερο παιδαγωγικό πλαίσιο.
Μια αξιολόγηση που θα εμπιστεύεται τη σχολική μονάδα.
Που θα της δίνει χώρο να αποφασίζει τις πραγματικές της προτεραιότητες.
Που θα περιορίζει τη γραφειοκρατία.
Που θα αξιοποιεί τον Σύμβουλο Εκπαίδευσης ως επιστημονικό και παιδαγωγικό υποστηρικτή.
Και κυρίως, που θα μετρά την πραγματική αλλαγή στο σχολείο και όχι την πληρότητα μιας ηλεκτρονικής φόρμας.
Γιατί η αξιολόγηση δεν έχει νόημα όταν γίνεται αυτοσκοπός.
Έχει νόημα μόνο όταν οδηγεί σε καλύτερο σχολείο.
Και αυτό είναι το «δάσος» που δεν πρέπει να χάσουμε κοιτάζοντας το «δέντρο» της πλατφόρμας.

*Τέως Πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.

▌ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΗΜΕΡΑ

▌ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ