ΔΑΚΕ Π.Ε.: Οχι στην κατάργηση των σχολικών επιτροπών
Δείτε τί αναφέρει η ανακοίνωση της παράταξης
Η κυβέρνηση κλείνοντας τα αυτιά στην πληθώρα των τεκμηριωμένων, με βάση την εμπειρία της εφαρμογής του ν.5056/23, αντιδράσεων της εκπαιδευτικής κοινότητας, των γονεϊκών φορέων αλλά και των ίδιων των Δήμων, προχώρησε στην ψήφιση του νέου νόμου 5270/26 όπου με το άρθρο 34
«1. Σχολικές επιτροπές, οι οποίες διατηρήθηκαν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 5056/2023 (Α’ 163), περί μεταφοράς αρμοδιοτήτων σχολικών επιτροπών και σύστασης πάγιας προκαταβολής στους διευθυντές σχολικών μονάδων, καταργούνται από την 1η Αυγούστου 2026 και οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από τον οικείο δήμο, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου.
2. Οι όμοιες ή ομοειδείς δαπάνες των πάσης φύσεως προμήθειας υλικών των σχολικών μονάδων ανά βαθμίδα εκπαίδευσης, δύνανται να εγγράφονται σε διαφορετικούς λογαριασμούς του προϋπολογισμού του δήμου και να εκτελούνται αυτοτελώς ανά βαθμίδα εκπαίδευσης.»
Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών, όπως έχει ήδη εφαρμοστεί μέχρι σήμερα, έχει προκαλέσει πολύ σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία των σχολικών μονάδων. Η εμπειρία αυτή, η οποία κατατέθηκε τόσο στις συναντήσεις της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών όσο και στην ελλιπή και, εκ του αποτελέσματος, προσχηματική δημόσια διαβούλευση, δεν ελήφθη σε καμία περίπτωση υπόψη από τον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος προχώρησε ακάθεκτος στην πλήρη εφαρμογή των καταστροφικών ρυθμίσεων που είχαν θεσπιστεί στη θητεία της προκατόχου του.
Στους δήμους όπου οι σχολικές επιτροπές έχουν καταργηθεί, παρατηρείται έλλειμμα σαφούς και θεσμοθετημένης ενημέρωσης σχετικά με τον τρόπο κατανομής των οικονομικών πόρων, γεγονός που δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στην εκπαιδευτική κοινότητα και εγείρει ζητήματα διαφάνειας. Παράλληλα, πρόσωπα χωρίς επαρκή γνώση των παιδαγωγικών και λειτουργικών αναγκών των σχολείων απορρίπτουν αναγκαίες δαπάνες ως «περιττές», με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προσκόμματα στην εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και οικονομική ασφυξία στις σχολικές μονάδες.
Σε κάποιους δήμους, για ολόκληρο το οικονομικό έτος 2025, σχολικές μονάδες έλαβαν μόνο το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, το οποίο είναι προφανώς ανεπαρκές για την κάλυψη ακόμη και των στοιχειωδών λειτουργικών αναγκών, ιδιαίτερα υπό τις συνθήκες γενικευμένης ακρίβειας που επικρατούν. Σημειώνεται ότι οι αντίστοιχοι δήμοι έχουν εισπράξει στο σύνολό
τους τα ετήσια κρατικά κονδύλια που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των σχολείων.
Η ανεπαρκής ή/και η μη έγκαιρη απόδοση των σχετικών κονδυλίων έχει οδηγήσει σε ελλείψεις σε βασικό εξοπλισμό και εποπτικά μέσα, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας όσο και τη βασική καθημερινή λειτουργία των σχολικών μονάδων (καθαριότητα, θέρμανση, αναλώσιμα, μικροεπισκευές κ.λπ.).
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου διευθυντές/ριες και προϊστάμενοι/ες σχολικών μονάδων αναγκάζονται, αντιμέτωποι με την υπολειτουργία, να καλύπτουν βασικές λειτουργικές ανάγκες με προσωπικά τους έξοδα, λόγω έλλειψης άμεσης ρευστότητας. Οι γονείς καλούνται, με τη σειρά τους, να βάλουν ακόμα πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη ενώ η αναζήτηση χορηγών δεν αποτελεί, πλέον, μελλοντικό σενάριο.
Σε επίπεδο διοικητικής λειτουργίας, οι, στην πλειοψηφία τους υποστελεχωμένες, δημοτικές υπηρεσίες καλούνται να διαχειριστούν έναν αυξημένο και ιδιαίτερα σύνθετο όγκο σχολικών αιτημάτων. Η χρόνια υποστελέχωση, σε συνδυασμό με την έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης σε ζητήματα σχολικής καθημερινότητας, έχει ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις και αποσπασματικές παρεμβάσεις, γεγονός που δυσχεραίνει την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν στη λειτουργία των σχολικών μονάδων.
Οι σχολικές επιτροπές, όπως και οι πρώην Δημοτικές Επιτροπές Παιδείας (ΔΕΠ), λειτουργούσαν ως θεσμικός μηχανισμός δημοκρατίας, διαφανούς και ισόρροπης κατανομής των σχολικών πόρων. Η συμμετοχή εκπροσώπων της εκπαιδευτικής κοινότητας, έμπειρων στελεχών της εκπαίδευσης και εκπροσώπων των γονέων συνέβαλλε στη λήψη αποφάσεων βάσει πραγματικών και τεκμηριωμένων αναγκών ώστε να δρομολογούνται λύσεις στα καθημερινά ζητήματα των σχολείων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και έχει η συμμετοχή διευθυντών και διευθυντριών σχολικών μονάδων, οι οποίοι/ες γνώριζαν «εκ των έσω» την κατάσταση των σχολικών κτηρίων και τις παιδαγωγικές και λειτουργικές ανάγκες των μαθητών, ιδίως σε «ευαίσθητες» δομές όπως τα Ειδικά Σχολεία. Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών αποδείχθηκε βήμα οπισθοδρόμησης. Δημιούργησε αποξένωση, γραφειοκρατία και καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων.
Σημειώνεται ότι ακόμα και με τις διατάξεις του ν.5056/23 και συγκεκριμένα το άρθρο 30 μπορούν, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, να συστηθούν επιτροπές «για την εύρυθμη άσκηση των αρμοδιοτήτων των καταργούμενων νομικών προσώπων».
Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι:
«Για θέματα αρμοδιοτήτων των καταργούμενων σχολικών επιτροπών συστήνονται υποχρεωτικά έως δύο (2) επιτροπές σε κάθε δήμο ή μία (1) επιτροπή ανά δημοτική κοινότητα, αποκλειστικά στους δήμους με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων (100.000) κατοίκων. Στις επιτροπές του προηγούμενου εδαφίου μετέχει υποχρεωτικά ένας διευθυντής σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του οικείου δήμου ή δημοτικής κοινότητας αντίστοιχα, και ένας εκπρόσωπος της αντίστοιχης ένωσης γονέων ή όπου δεν υπάρχει, ένας εκπρόσωπος των υφισταμένων συλλόγων γονέων, κατά προτεραιότητα μεγέθους σε μαθητικό δυναμικό, με τους αναπληρωτές τους.
Κατά τις συνεδριάσεις της ανωτέρω επιτροπής, όταν συζητούνται θέματα που αφορούν μια συγκεκριμένη σχολική μονάδα, δύναται να καλείται επιπλέον ο οικείος διευθυντής.». Τα παραπάνω, όμως, αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό, αφού οι δήμοι που έχουν πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων είναι μόλις 14 σε σύνολο 332 δήμων. Εάν η ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών είχε, όπως επικαλείται για να δικαιολογήσει την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών, ως γνώμονα την καταπολέμηση της αδιαφάνειας θα μπορούσε, έστω, να προχωρήσει στην εφαρμογή αυτού του μέτρου, υποχρεωτικά, στο σύνολο των δήμων. Είναι όμως σαφές, δυστυχώς, ότι η πραγματική πρόθεση είναι η καταδίκη των σχολείων και επομένως της δημόσιας εκπαίδευσης σε μαρασμό.
Καλούμε την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να αναλάβει το βάρος των ευθυνών που της αναλογούν και να παρέμβει άμεσα, πριν την οριστική εφαρμογή και του νέου νόμου, προς την ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών ώστε αφού αξιολογηθούν συστηματικά τα αποτελέσματα της, μέχρι σήμερα, εφαρμογής της ρύθμισης στους μικρούς δήμους να επανεξεταστεί η καθολική κατάργηση των σχολικών επιτροπών.
Είναι βέβαιο ότι η υπεύθυνη και λεπτομερής εξέταση του ζητήματος (εάν αποτελεί προτεραιότητα και όχι «κούφια λόγια» η πολύπλευρη και ουσιαστική στήριξη του δημόσιου σχολείου) θα οδηγήσει στην επανασύσταση συλλογικών οργάνων διαχείρισης των σχολικών πόρων, με ουσιαστική συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας, γενναία αύξηση της χρηματοδότησης και σαφές πλαίσιο αρμοδιοτήτων ώστε να υπάρξει πραγματική ποιότητα, διαφάνεια και δημοκρατία στην εκπαίδευση και διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των σχολικών μονάδων και της ισότιμης πρόσβασης όλων των μαθητών σε ποιοτική δημόσια εκπαίδευση.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.






















