Ο Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η εμπορευματοποίηση του νερού
Του Στέλιου Τσικριτσή,
Δημάρχου Τυρνάβου
Το περιεχόμενό του Νέου Κώδικα των ΟΤΑ παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως μια διαδικασία εκσυγχρονισμού, απλοποίησης και κωδικοποίησης της νομοθεσίας. Πίσω από τους τίτλους αυτούς δεν μπορεί να κρυφτεί η περαιτέρω προσαρμογή της Τοπικής Διοίκησης στις ανάγκες της αγοράς, η ενίσχυση της ανταποδοτικότητας, η διεύρυνση της εμπορευματοποίησης βασικών κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών και η εντατικοποίηση των μηχανισμών ελέγχου απέναντι στους αιρετούς και στους εργαζόμενους.
Η λογική της «οικονομικής βιωσιμότητας»
Η συνολική φιλοσοφία του Κώδικα κινείται στη λογική της λεγόμενης «οικονομικής βιωσιμότητας» των δήμων. Πρόκειται για μια έννοια που χρησιμοποιείται συστηματικά τα τελευταία χρόνια για να δικαιολογήσει πολιτικές λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων, ανταποδοτικότητας και εμπορευματοποίησης υπηρεσιών.
Με βάση αυτή τη λογική, το ερώτημα δεν είναι αν μια υπηρεσία είναι αναγκαία για τον λαό, αλλά αν μπορεί να αυτοχρηματοδοτηθεί. Δεν εξετάζεται αν ένα έργο καλύπτει κοινωνικές ανάγκες, αλλά αν ανταποκρίνεται σε δείκτες κόστους και απόδοσης. Δεν προτεραιοποιείται η κοινωνική χρησιμότητα, αλλά η οικονομική αποδοτικότητα.
Η λογική αυτή διαπερνά ολόκληρο το σχέδιο του Κώδικα, αλλά αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στις διατάξεις που αφορούν τις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης.
Οι ΔΕΥΑ ως πεδίο επιχειρηματικής λειτουργίας
Οι ΔΕΥΑ αποτελούν σήμερα ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αδιεξόδων που δημιουργεί η πολιτική της εμπορευματοποίησης, πάνω στις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην αρχή της πλήρους ανάκτησης κόστους με ή χωρίς περιβαλλοντικά κροκοδείλια δάκρυα.
Και με αυτόν τον νόμο, δεν διασφαλίζεται η κρατική χρηματοδότηση για τα απαραίτητα έργα ύδρευσης, αποχέτευσης και προστασίας των υδάτινων πόρων, με αποτέλεσμα το κόστος να μεταφέρεται στις επιχειρήσεις ύδρευσης και τελικά στους ίδιους τους πολίτες. Εξάλλου, ένα χρόνο τώρα με την ενιαία τιμολογιακή πολιτική των ΔΕΥΑ και με τη συγκρότηση της «Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων» εντείνονται οι πιέσεις για αύξηση εσόδων και επιβολή νέων χρεώσεων, πιο συχνών καταμετρήσεων.
Κουβέντα στον νέο ν/σ για τις ανάγκες σε μόνιμο προσωπικό, για το τεράστιο ενεργειακό κόστος που εκτόξευσε η πολιτική απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με τις ΔΕΥΑ να καλούνται να αντιμετωπίσουν μόνες τους τις συνέπειες. Δίνεται μια εφάπαξ επιχορήγηση, αντί της διαγραφής των χρεών και τη θέσπιση ειδικών τιμολογίων, η οποία θα κατευθύνεται απευθείας στους ενεργειακούς ομίλους, ενώ τα χρέη -με μαθηματική ακρίβεια- θα αναδημιουργηθούν ή θα συσσωρευθούν εκ νέου.
Ταυτόχρονα, εισάγεται και ενισχύεται παραπάνω η επιχειρηματική λειτουργία των ΔΕΥΑ όπως και οι μηχανισμοί οικονομικής πειθαρχίας. Οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης δεν αντιμετωπίζονται ως φορείς παροχής ενός κοινωνικού αγαθού αλλά ως οικονομικές μονάδες με όποια (νομική) μορφή, που καλούνται να αναπτύσσουν πρόσθετες δραστηριότητες, όπως η παραγωγή, αποθήκευση και εμπορία ενέργειας, (!) ακόμη και άλλες επιχειρηματικές δράσεις.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη στρατηγική ολοένα και βαθύτερης μετατροπής των ΔΕΥΑ σε σχήματα που αξιολογούνται με όρους αγοράς, οικονομικών αποτελεσμάτων και επιχειρηματικής απόδοσης. Εδώ «κουμπώνει» και η κατάργηση των Νομικών Προσώπων και των λοιπών -πλην ΔΕΥΑ προς το παρόν- δημοτικών επιχειρήσεων και η μετάβαση σε ειδικές μορφές λειτουργίας, σε Ανώνυμες Εταιρείες, συγκεντρώνοντας αρμοδιότητες σε διοικητικά συμβούλια και διοικήσεις που λειτουργούν όλο και πιο απομακρυσμένα από αιρετά όργανα και τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Έχει περάσει πάνω από μια εικοσαετία απ’ την περίοδο 1999-2001, που η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ μετατράπηκαν σε μετοχικές ΑΕ και εισήχθησαν στο ΧΑΑ (ν. 2744/1999). Έτσι κατοχυρώθηκε και νομοθετικά η πλήρης λειτουργία τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για να φτάσουμε με τον ν. 4389/2016 να μεταβιβάζονται οι μετοχές της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στο Υπερταμείο.
Το παράδειγμα της Θεσσαλίας
Το νερό δεν είναι εμπόρευμα. Δεν είναι προϊόν προς πώληση. Δεν είναι επενδυτικό πεδίο. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, απολύτως απαραίτητο για τη ζωή, τη δημόσια υγεία, την αγροτική παραγωγή και την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Η εμπειρία της Θεσσαλίας αναδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα αυτής της πολιτικής. Η περιοχή μας βρέθηκε τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη τόσο με καταστροφικές πλημμύρες όσο και με οξύτατα προβλήματα λειψυδρίας και υδατικού ελλείμματος. Από τη μία πλευρά τεράστιοι όγκοι νερού κατέστρεψαν καλλιέργειες, κατοικίες και υποδομές. Από την άλλη, οι αγρότες αναγκάζονται να αντλούν νερό από ολοένα μεγαλύτερα βάθη, με τεράστιο ενεργειακό και οικονομικό κόστος. Πρόκειται για δύο όψεις του ίδιου προβλήματος.
Για δεκαετίες απουσίασε ένας ολοκληρωμένος επιστημονικός σχεδιασμός διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Δεν κατασκευάστηκαν τα απαραίτητα φράγματα, ταμιευτήρες, έργα εμπλουτισμού των υδροφορέων, έργα συγκράτησης νερού και αντιπλημμυρικές υποδομές. Τα αναγκαία έργα είτε καθυστέρησαν είτε εγκαταλείφθηκαν επειδή κρίθηκαν «μη βιώσιμα» με όρους κόστους και κερδοφορίας.
Ο Τύρναβος ως παράδειγμα των αδιεξόδων των πολιτικών που εφαρμόζονται
Ένα χαρακτηριστικό σημείο των νέων διατάξεων, είναι οι προβλέψεις που ενισχύουν την προσωπική ακόμη και την ποινική ευθύνη υπηρεσιακών στελεχών και του γενικού διευθυντή, μελών διοικητικών συμβουλίων και αιρετών.
Δηλαδή από τη μία πλευρά το κράτος αποσύρεται από τη χρηματοδότηση κρίσιμων λειτουργιών, κάνει μπίζνα με την ενέργεια και από την άλλη οι αιρετοί καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες αυτής της πολιτικής αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα προσωπικούς κινδύνους εάν δεν εφαρμόζουν με απόλυτη αυστηρότητα τους κανόνες οικονομικής διαχείρισης. Αυτό δεν συνιστά ενίσχυση της διαφάνειας αλλά μιας διοικητικής και πολιτικής πίεσης προς όσους επιδιώκουν να λειτουργήσουν με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τους οικονομικούς δείκτες.
Η εμπειρία του Δήμου Τυρνάβου είναι χαρακτηριστική. Η ΔΕΥΑ Τυρνάβου δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με δυσκολίες επειδή ακολούθησε πολιτική κακοδιαχείρισης ή σπατάλης. Το ακριβώς αντίθετο. Διατηρεί μία από τις χαμηλότερες τιμές νερού πανελλαδικά. Για κατανάλωση έως 70 κυβικά μέτρα η χρέωση παραμένει στα 0,41 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Οι λογαριασμοί δεν επιβαρύνονται με πάγια χρέωση. Δεν εφαρμόζεται το τέλος του 80% που προβλέπεται από το άρθρο 25 του ν.1069/1980 και το οποίο ειρήσθω εν παρόδω με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζεται σε έως 100%.
Παρά ταύτα η ΔΕΥΑ Τυρνάβου δεν διαθέτει τραπεζικά δάνεια. Δεν έχει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ή προς τρίτους. Την ίδια περίοδο οι υποχρεώσεις προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύθηκαν από το 2021 που δεν υπήρχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές, και έφτασαν σήμερα κοντά στα 3 εκατομμύρια ευρώ, λόγω της πολιτικής απελευθέρωσης της ενέργειας. Και όχι με ευθύνη του δήμου και των εργαζομένων. Το γεγονός αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον πυρήνα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Γιατί επομένως η ΔΕΥΑΤ να κάνει σαφάρι εισπράξεων; Σε αυτή την κατεύθυνση και παρά το εξαιρετικά περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο, εξαντλεί κάθε δυνατότητα στήριξης των λαϊκών οικογενειών. Παρείχε απαλλαγές σε πληγέντες από φυσικές καταστροφές, σε σεισμόπληκτους και κτηνοτρόφους. Διεύρυνε τις δυνατότητες ρυθμίσεων και διακανονισμών οφειλών έως και σε 100 δόσεις. Επέλεξε συνειδητά να μην μετακυλήσει το αυξημένο κόστος στους δημότες.
Το πραγματικό διακύβευμα
Αποδεικνύεται ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη λειτουργία των ΔΕΥΑ αλλά στην πολιτική της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, στην εκτίναξη του ενεργειακού κόστους και στην άρνηση του κράτους να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί.
Ο νέος Κώδικας όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει αυτές τις αιτίες αλλά επιμένει στη συνταγή που δημιούργησε τα σημερινά αδιέξοδα.
Δεν είναι περισσότερη εποπτεία. Δεν είναι περισσότερες πειθαρχικές και οικονομικές δεσμεύσεις. Δεν είναι περισσότερη ανταποδοτικότητα. Δεν είναι περισσότερη επιχειρηματική λειτουργία.
Είναι ουσιαστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης. Είναι απόδοση των θεσμοθετημένων πόρων που παρακρατήθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Είναι μόνιμο προσωπικό σε όλες τις υπηρεσίες. Είναι πλήρης κάλυψη του ενεργειακού κόστους των ΔΕΥΑ από το κράτος. Είναι διαγραφή των επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας. Είναι κατάργηση κάθε σχεδίου συγχώνευσης ή αναδιάρθρωσης. Είναι η κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής και η ένταξη των ΔΕΥΑ στους δικαιούχους μειωμένου Ειδικού Τέλους Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ). Είναι η εξασφάλιση φθηνού, ποιοτικού και ελεγμένου νερού για όλους. Είναι η αποκλειστικά δημόσια διαχείριση των υδάτινων πόρων προς όφελος των λαϊκών αναγκών.
Η Τοπική Διοίκηση έχει ανάγκη από πόρους, προσωπικό, δημόσιες υποδομές και θεσμική στήριξη ώστε να υπηρετεί τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της σημερινής συζήτησης.
Και γι’ αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να υπάρξει ουδετερότητα ή μισόλογα.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.




















