Τσολιάς και Ευριπίδης Κουτσίνας συζητούν για όσα μας πονάνε, μας θυμώνουν και τελικά μας ενώνουν
Ο “Τσολιάς” δεν μασάει τα λόγια του. Και δεν μασάει ούτε τις αλήθειες που πολλοί φοβούνται να πουν. Με το γνωστό του αιχμηρό χιούμορ, τη σάτιρα που χτυπά κατευθείαν στο κέντρο της ελληνικής πραγματικότητας και μια γλώσσα που δεν στρογγυλεύει τίποτα, μίλησε στον Ευριπίδη Κουτσινά για όσα μας πονάνε, μας θυμώνουν και – τελικά – μας ενώνουν.
Σε μια συνέντευξη που ανασαίνει μέσα στους ρυθμούς της εποχής, ο Τσολιάς μιλά για τη σάτιρα ως πράξη αντίστασης, για το χιούμορ που λειτουργεί σαν αλεξίσφαιρο απέναντι στη στεναχώρια, και για όλα εκείνα τα «κρατήματα» που μας έφεραν μέχρι εδώ. Ειλικρινής, απρόβλεπτος και βαθιά ανθρώπινος, αφήνει να φανεί ο δημιουργός πίσω από την περσόνα — εκείνος που γράφει, σκηνοθετεί, συνθέτει και κυρίως δεν φοβάται να εκτεθεί.
Η εποχή μας, όπως λέει, δεν χωρά σε μία λέξη· αλλά σίγουρα χωρά στη σάτιρα. Και ο Τσολιάς ξέρει καλά πώς να την υπηρετεί.
Ο “Τσολιάς” είναι μια περσόνα που σχολιάζει την ελληνική πραγματικότητα με τρόπο που λίγοι τολμούν. Πότε καταλαβαίνετε ότι ένα θέμα «αντέχει» να γίνει σάτιρα και πότε όχι;
Όταν απασχολεί τους περισσότερους από εμάς τότε είναι θέμα που αντέχει και στη σάτιρα και στην κριτική. Το να ανεβαίνεις σε μια σκηνή, να μιλάς σε ένα μικρόφωνο ή κάμερα και να στρογγυλεύεις τις λέξεις σου για να μην θίξεις τους εύθικτους ή για να γίνεις αρεστός στους πολλούς, εκτός από γελοίο δείχνει και αγνωμοσύνη στο βήμα και το τάλαντο που σου δόθηκε.
Στις παραστάσεις σας συχνά γελάμε για να μην… κλάψουμε. Πιστεύετε ότι στη σημερινή Ελλάδα το χιούμορ μπορεί ακόμα να λειτουργήσει ως αντίσταση;
Ναι βέβαια, το χιούμορ είναι μια μορφή αντίστασης. Κυρίως αντίσταση στην σοβαροφάνεια που περιτριγυριζόμαστε, στη δηθενιά και στην υστερία των όψιμων αντιστασιακών του ring-light.
Ωστόσο, αν νιώσετε ότι θέλετε να κλάψετε σε μια παράσταση, κάντε το ελεύθερα, μην το πνίξετε. Αυτό το κράτημα των συναισθημάτων μας έχει φέρει εδώ που μας έχει φέρει. Το ότι δεν κλάψαμε όταν έπρεπε, δεν θυμώσαμε όταν θιγόμασταν, δεν χορέψαμε όταν μερακλώσαμε, δε γελάσαμε με την καρδιά μας όταν νιώσαμε, δεν γαμοσταυρίσαμε όταν δεν πήγαινε άλλο, δεν διώξαμε με τις κλωτσιές αυτούς που καταπάτησαν την αξιοπρέπεια μας. Αυτό το κράτημα.
Το «ΟΠΕΚΕΜΠΛΕ» μοιάζει να κουβαλά την αγανάκτηση της εποχής. Αν έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν και γιατί;
Η αγανάκτηση της εποχής σε μια λέξη δεν μπαίνει. Αν θέλετε όμως να απαντήσω με λίγες λέξεις σε μορφή τίτλων για να πάρετε μια γεύση από το πως περιγράφεται η εποχή μας, αρκεί να σας αναφέρω τους τίτλους των τελευταίων μου παραστάσεων: Πίτσες Μπλε, Ζήτω το Πένθος, Αριστεία Καπαμά, Επιτελικώς Πάτος, Αυστηρώς Ακατάλληλοι. Αυτά αρκούν για να σκιαγραφήσουν την Ελλάδα 2.0 που ήρθε και μας κατσικώθηκε τα τελευταία χρόνια από τους «Άριστους» της φάπας και της συμφοράς. Ένα μάτσο κακομαθημένοι γόνοι με πλαστά πτυχία πήραν τα κλειδιά της χώρας, θεώρησαν ότι τους ανήκει και προσποιούμενοι τους έντιμους αυτοαθωώνονται με πρακτικές μαφίας και υποκόσμου αντί να προαυλίζονται με τους συν αυτώ έγκλειστους απατεώνες-δολοφόνους.
Πίσω από τον σατιρικό χαρακτήρα υπάρχει ο δημιουργός που σκηνοθετεί, γράφει και συνθέτει. Ποιο κομμάτι της διαδικασίας σάς λυτρώνει περισσότερο; η μουσική, το χιούμορ ή η στιγμή που το κοινό αντιδρά;
Ε το χιούμορ. Δεν υπάρχει πιο λυτρωτικό από το να βγάζεις τη γλώσσα σε όλα τα στραβά και σε όλους τους «στραβούς» που είσαι αναγκασμένος να υποστείς ή να διαχειριστείς στο πέρασμα σου από αυτή την πολλά υποσχόμενη αλλά δυσβάσταχτη ζωή. Και κυρίως δεν υπάρχει μεγαλύτερη λύτρωση από το να βγάζεις τη γλώσσα σου στη θλίψη. Αυτό κάνει το χιούμορ, δημιουργεί ένα αλεξίσφαιρο απέναντι στη στεναχώρια, σε κάνει ατσάλινο και άτρωτο.
Η σάτιρά σας ακουμπά συχνά πολιτικές και κοινωνικές πληγές. Ποια είναι η γραμμή ανάμεσα στην ανάγκη να πείτε την αλήθεια και στο ρίσκο της παρεξήγησης;
Δεν υπάρχει τέτοια γραμμή στην δική μου προσέγγιση της σάτιρας. Δεν υπολόγισα ποτέ την όποια πιθανή παρεξήγηση, ούτε την άφησα να φρενάρει τη σκέψη μου και τη γραφή μου. Το κεκτημένο της σάτιρας είναι η ελευθεροστομία. Ο σατιρικός παίρνει χίλια πρόσωπα, χίλιες μορφές προκειμένου να καταδείξει κάτι. Μπορεί μέσα στο ίδιο κείμενο να είναι και ομοφοβικός και ομοφυλόφιλος. Και γυναίκα και τοξικό αρσενικό. Και πρόσφυγας και ρατσιστής. Και αυτό πρέπει να είναι. Αυτό δε σημαίνει ότι έχει το ακαταλόγιστο. Για να μπορείς να τα κάνεις αυτά πρέπει να έχεις αυστηρά αισθητικά κριτήρια, ισχυρές αξίες και κάποιο χιούμορ. Εν κατακλείδι αν κάποιος θέλει να παρεξηγηθεί , θα παρεξηγηθεί. Συνήθως όμως για δικούς του λόγους και δικά του συμπλέγματα. Δεν του έφταιξε η σάτιρα, του έφταιξε που κάποιος μπορεί να τα λέει ενώ εκείνος ποτέ δεν μίλησε σε αυτούς που έπρεπε.
Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.
























