Οι «τρύπιες τσέπες» του Λαρίσης και Τυρνάβου Ιερώνυμου και το πραγματικό ερώτημα

Το πρόσφατο άρθρο του Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου Ιερωνύμου με τίτλο «Τρύπιες τσέπες» επιχειρεί να απαντήσει στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τη ρύθμιση για τις αποδοχές των μητροπολιτών. Το κείμενό του είναι καλογραμμένο, προσωπικό και σε αρκετά σημεία ειλικρινές. Ωστόσο, ενώ ορισμένα από τα επιχειρήματά του είναι αυτονόητα και δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν, άλλα επιδέχονται σοβαρή κριτική. Κυρίως, όμως, φαίνεται να παραβλέπει το βασικό ερώτημα που απασχολεί την κοινωνία.

Αυτονόητες διαπιστώσεις που δύσκολα αμφισβητούνται

Κατ’ αρχάς, είναι αυτονόητο αυτό που αναφέρει στο αρθρο του, οτι η συντριπτική πλειονότητα των μητροπολιτών δεν ανέλαβε το αξίωμά της για οικονομικούς λόγους. Η θέση του επισκόπου σαφώς και συνοδεύεται από μεγάλες ευθύνες, έντονη δημόσια έκθεση και συχνά σκληρή κριτική.

Κανείς δεν αμφισβητεί επίσης ότι οι μητροπολίτες έχουν αυξημένες ευθύνες σε σχέση με έναν εφημέριο. Διοικούν μητροπόλεις, λαμβάνουν αποφάσεις για προσωπικό, ιδρύματα και εκκλησιαστική περιουσία και συμμετέχουν στη διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Επίσης, η διαφορετική μισθολογική τους αντιμετώπιση δεν αποτελεί κάτι νέο: οι ιεράρχες και σήμερα δεν αμείβονται με τον ίδιο τρόπο ούτε λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές με τους απλούς κληρικούς.

Το ζήτημα βέβαια που προκάλεσε τη δημόσια συζήτηση δεν είναι η ύπαρξη αυτής της διαφοροποίησης, αλλά το μέγεθος και η χρονική συγκυρία της νέας αύξησης.

Ο ισχυρισμός για τον φορολογούμενο και η ιστορική διάσταση

Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα ερωτήματα.

Ο Μητροπολίτης Ιερώνυμος υποστηρίζει ότι δεν τον πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος, αλλά η εκκλησιαστική περιουσία που κατά το παρελθόν περιήλθε στο κράτος.

Στο σημείο αυτό θίγει ένα πραγματικό ιστορικό ζήτημα. Από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και ιδιαίτερα από το 1833 έως τα μέσα του 20ού αιώνα, η Εκκλησία της Ελλάδος έχασε το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής περιουσίας της μέσω απαλλοτριώσεων, αναγκαστικών παραχωρήσεων και αγροτικών μεταρρυθμίσεων. Πολλοί ιστορικοί εκτιμούν ότι η Εκκλησία απώλεσε πάνω από το 80% έως 90% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων που κατείχε κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους.

Παράλληλα, όμως, η Εκκλησία διατήρησε σημαντική αστική ακίνητη περιουσία, όπως οικόπεδα, κτίρια και ενοικιαζόμενα ακίνητα, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό τμήμα της περιουσιακής της βάσης μέχρι σήμερα.

Είναι επίσης γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα διαμορφώθηκε το ισχύον καθεστώς μισθοδοσίας, σύμφωνα με το οποίο οι κληρικοί αμείβονται από το Ελληνικό Δημόσιο. Η ρύθμιση αυτή θεωρήθηκε από διαδοχικές κυβερνήσεις ως μέρος του ανταλλάγματος για την εκκλησιαστική περιουσία που είχε περιέλθει στο κράτος κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.

Σήμερα, όμως, Σεβασμιώτατε κ. Ιερώνυμε, η μισθοδοσία καταβάλλεται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, ο οποίος χρηματοδοτείται από τους φόρους των πολιτών!

Οι συγκρίσεις με άλλες χώρες

Ένα ακόμη επιχείρημα του Μητροπολίτη Ιερωνύμου είναι ότι στην Κύπρο, τη Βουλγαρία και άλλες χώρες οι μητροπολίτες αμείβονται με υψηλότερα ποσά.

Η αναφορά αυτή έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.

Το γεγονός ότι οι μητροπολίτες σε άλλες χώρες λαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές δεν αποδεικνύει ότι πρέπει να συμβεί το ίδιο και στην Ελλάδα.

Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος να επικαλεστεί χώρες όπου οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων, των εκπαιδευτικών ή των συνταξιούχων είναι υψηλότεροι από τους ελληνικούς. Οι διεθνείς συγκρίσεις μπορούν να φωτίσουν μια συζήτηση, αλλά δεν αρκούν για να τη λύσουν.

Το επιχείρημα των Μουφτήδων

Ο Μητροπολίτης Ιερώνυμος υπενθυμίζει ότι οι Μουφτήδες της Θράκης έχουν ήδη ενταχθεί εδώ και χρόνια σε ειδικό μισθολογικό καθεστώς και, επομένως, δεν είναι λογικό οι Ορθόδοξοι Μητροπολίτες να αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που βασίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Όμως, οι Μουφτήδες δεν είναι απλώς θρησκευτικοί ηγέτες. Για δεκαετίες, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, ασκούσαν και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες σε ζητήματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Παρότι οι αρμοδιότητες αυτές έχουν περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ο θεσμός εξακολουθεί να έχει μια ιδιαίτερη νομική και διοικητική διάσταση που δεν συναντάται στους Ορθόδοξους Μητροπολίτες.

Επιπλέον, η σύγκριση γίνεται ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικά μεγέθη. Στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα τρεις Μουφτείες στη Θράκη — Κομοτηνής, Ξάνθης και Διδυμοτείχου — ενώ ιδιαίτερο καθεστώς διαθέτει και η Μουφτεία Ρόδου. Αντίθετα, η Εκκλησία της Ελλάδος αριθμεί δεκάδες Μητροπόλεις και αντίστοιχο αριθμό Μητροπολιτών. Ως εκ τούτου, μια μισθολογική ρύθμιση που αφορά τρεις ή τέσσερις Μουφτήδες έχει πολύ μικρό δημοσιονομικό αποτύπωμα σε σύγκριση με μια αντίστοιχη ρύθμιση για το σύνολο των Μητροπολιτών της χώρας.

Η σύγκριση δεν είναι απολύτως ισοδύναμη.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι Μητροπολίτες δικαιούνται αντίστοιχη μεταχείριση, το βασικό ερώτημα παραμένει: είναι κοινωνικά και πολιτικά εύλογη η συγκεκριμένη αύξηση αποδοχών στη σημερινή οικονομική συγκυρία;

Οι επικριτές δεν είναι όλοι «παπαγαλάκια»

Στο άρθρο γίνεται επίσης λόγος για «παπαγαλάκια» και για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν το θέμα με προκατάληψη.

Αναμφίβολα, σε κάθε δημόσια συζήτηση υπάρχουν υπερβολές, κακόβουλα σχόλια και εύκολη δημαγωγία. Όμως η κριτική που ασκήθηκε δεν προέρχεται μόνο από ανθρώπους που αντιπαθούν την Εκκλησία ή αμφισβητούν τον ρόλο της.

Πολλοί πολίτες που σέβονται την Εκκλησία, αναγνωρίζουν το φιλανθρωπικό και κοινωνικό της έργο και διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με αυτήν, εκφράζουν ειλικρινείς επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα της συγκεκριμένης αύξησης.

Η διαφωνία τους δεν αφορά το θεσμό της Εκκλησίας, αλλά την πολιτική και κοινωνική διάσταση της απόφασης.

Το πραγματικό ερώτημα

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν οι μητροπολίτες έχουν αυξημένες ευθύνες. Ούτε αν η μισθοδοσία τους συνδέεται ιστορικά με την εκκλησιαστική περιουσία. Ούτε αν σε άλλες χώρες αμείβονται περισσότερο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Είναι πολιτικά και κοινωνικά ορθό να αυξάνονται οι αποδοχές των μητροπολιτών σε μια περίοδο κατά την οποία πολλοί εργαζόμενοι δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, οι συνταξιούχοι βλέπουν το εισόδημά τους να πιέζεται από το αυξημένο κόστος ζωής και σημαντικό μέρος των δημοσίων υπαλλήλων εξακολουθεί να αισθάνεται οικονομικά ασφυκτικά;

Αυτό είναι το ερώτημα που βρίσκεται πίσω από τις περισσότερες αντιδράσεις της κοινής γνώμης.

Δεν αφορά το αν οι μητροπολίτες εργάζονται. Δεν αφορά το αν έχουν ευθύνες.

Αφορά το αν μια τέτοια αύξηση είναι συμβατή με το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης που επικρατεί σήμερα στην ελληνική κοινωνία.

Μια απάντηση που αποφεύγει την ουσία

Διαβάζοντας το άρθρο του κ. Ιερωνύμου, μένει η εντύπωση ότι επιχειρεί να απαντήσει σε μια σειρά επιμέρους επιχειρημάτων χωρίς να αντιμετωπίζει ευθέως το βασικό.

Το ερώτημα που απασχολεί την κοινωνία παραμένει αναπάντητο.

Γιατί η συζήτηση που άνοιξε δεν αφορά τελικά τις «τρύπιες τσέπες» των μητροπολιτών.

Αφορά τις ολοένα πιο άδειες τσέπες πολλών πολιτών, και το κατά πόσο μια τέτοια αύξηση μπορεί να θεωρηθεί κοινωνικά εύλογη μέσα στη σημερινή πραγματικότητα.

ΓΔΠ

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.

▌ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΗΜΕΡΑ