«Το παιδί που το κουβαλούν δεν καταλαβαίνει ότι ο δρόμος είναι μακρύς»

Μια παλιά αφρικανική παροιμία συναντά τη σύγχρονη ψυχολογία και φωτίζει κάτι πολύ πιο μεγάλο από την εξάρτησή μας από τους χάρτες του κινητού: την απώλεια της εσωτερικής πυξίδας.

Ο μεγαλύτερος εγγονός μου είναι 14 ετών. Το περασμένο καλοκαίρι τον πήγα με το αυτοκίνητο στο σπίτι ενός φίλου του, περίπου 20 λεπτά μακριά, σε μια διαδρομή που έχω κάνει αμέτρητες φορές στο Τορόντο. Όταν φτάσαμε, κοίταξε γύρω του απορημένος.

«Δεν έχω ιδέα πού είμαστε», μου είπε.

Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσε το κινητό του. Δεν παρατήρησε σημεία αναφοράς, δεν συγκράτησε στροφές, δεν σχημάτισε στο μυαλό του καμία εικόνα της διαδρομής. Ήταν σαν να είχε απλώς μεταφερθεί από το ένα σημείο στο άλλο.

Και τότε θυμήθηκα μια φράση που με συνοδεύει εδώ και χρόνια: «Το παιδί που το κουβαλούν δεν καταλαβαίνει ότι ο δρόμος είναι μακρύς.»

Όσο περισσότερο τη σκέφτομαι, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι περιγράφει με ακρίβεια κάτι που συνέβη αθόρυβα στις ζωές μας, την ώρα που όλοι πανηγυρίζαμε την ευκολία που μας πρόσφερε η τεχνολογία.

Μια παροιμία που λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται

Με μια πρώτη ανάγνωση, η παροιμία μιλά για την εμπειρία της διαδρομής. Ένα παιδί που βρίσκεται στην αγκαλιά ή στην πλάτη κάποιου άλλου δεν νιώθει την κούραση, δεν βλέπει καλά τον δρόμο, δεν αντιλαμβάνεται την απόσταση. Δεν μαθαίνει τί χρειάζεται για να φτάσεις κάπου.

Σε βαθύτερο επίπεδο όμως, η φράση αγγίζει κάτι που η ψυχολογία μελετά εδώ και δεκαετίες: τί συμβαίνει όταν η προσπάθεια αφαιρείται από τη διαδικασία της μάθησης.

Ο όρος «μαθημένη αδυναμία» περιγράφει την κατάσταση στην οποία κάποιος παύει να προσπαθεί επειδή έχει συνηθίσει να νιώθει ότι δεν ελέγχει το αποτέλεσμα. Υπάρχει, όμως, και μια λιγότερο συζητημένη εκδοχή του ίδιου φαινομένου: τί γίνεται όταν κάποιος δεν χρειάζεται ποτέ πραγματικά να προσπαθήσει, επειδή όλα γίνονται για λογαριασμό του.

Τότε δεν χάνει απλώς την ευκαιρία να μάθει. Χάνει και την επίγνωση ότι υπήρχε κάτι που έπρεπε να μάθει.

Όταν ο δρόμος σε μαθαίνει να στέκεσαι μόνος σου

Μεγάλωσα στο Οχάιο, σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά. Ο πατέρας μου δούλευε διπλοβάρδιες σε εργοστάσιο και η μητέρα μου προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με ελάχιστα. Δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε δυνατότητα να μας πηγαίνουν παντού. Αν χρειαζόταν να πάω κάπου, πήγαινα μόνος μου: με τα πόδια, με ποδήλατο ή με το λεωφορείο. Μέχρι τα 12 μου, είχα ήδη φτιάξει μέσα μου έναν αξιόπιστο νοητικό χάρτη της πόλης.

Σήμερα καταλαβαίνω ότι αυτός ο χάρτης δεν ήταν μόνο γεωγραφικός. Ήταν και ψυχικός.

Το να ξέρω τον δρόμο με έμαθε πως ο κόσμος είναι κάτι που μπορείς να αποκωδικοποιήσεις. Ότι μπορείς να βρεθείς σε άγνωστο μέρος, να κάνεις λάθος, να γυρίσεις πίσω, να δοκιμάσεις άλλη διαδρομή και τελικά να τα καταφέρεις.

Αυτή η εσωτερική αίσθηση δεν με βοήθησε μόνο να πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο. Με βοήθησε αργότερα και στη ζωή, στη δουλειά, στις αποφάσεις. Με έμαθε να προσανατολίζομαι και όταν δεν υπήρχαν έτοιμες οδηγίες.

Η εποχή της «μπλε τελείας»

Κάπου γύρω στο 2010 άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι αλλάζει. Η κόρη μου, που τότε ήταν λίγο πάνω από 20, χρησιμοποιούσε GPS σχεδόν για κάθε διαδρομή, ακόμη και για μέρη γνωστά. Μια μέρα τη ρώτησα πώς να πάω στο σπίτι της θείας της, ένα σπίτι στο οποίο πήγαινε από παιδί. Έβγαλε αμέσως το κινητό της και μου είπε:

«Απλώς ακολουθώ τη μπλε τελεία.»

Αυτή η φράση μου έμεινε.

Γιατί όταν ακολουθείς απλώς τη μπλε τελεία, δεν χτίζεις νοητικό χάρτη. Δεν ενεργοποιείς τη μνήμη του χώρου. Δεν εξασκείσαι στην αβεβαιότητα. Δεν μαθαίνεις να λύνεις το πρόβλημα του «πού βρίσκομαι και πώς πάω εκεί που θέλω».

Απλώς φτάνεις.

Κι αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η άφιξη δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον προσανατολισμό.

Το GPS δεν άλλαξε μόνο τις μετακινήσεις

Η εξάρτηση από την τεχνολογία δεν περιορίστηκε στους δρόμους και στις διαδρομές. Σιγά-σιγά έγινε στάση ζωής.

Γιατί να θυμάσαι, όταν μπορείς να κάνεις αναζήτηση;
Γιατί να καθίσεις μέσα στην αβεβαιότητα, όταν μπορείς να βρεις άμεσα μια απάντηση;
Γιατί να αντέξεις τη βαρεμάρα, όταν η ψυχαγωγία βρίσκεται ένα άγγιγμα μακριά;

Η λογική της άμεσης διευκόλυνσης εισχώρησε παντού. Και μαζί της αδυνάτισε κάτι πολύτιμο: η ικανότητα να μένουμε λίγο χαμένοι, λίγο αβέβαιοι, λίγο εκτεθειμένοι, μέχρι να βρούμε μόνοι μας τον δρόμο.

Η γενιά που έμαθε να τη «μεταφέρουν»

Δεν πρόκειται για κατηγορία προς τους νεότερους. Ούτε για ένα εύκολο «παλιά ήταν καλύτερα». Έχω πέντε εγγόνια, τα αγαπώ βαθιά και δεν αμφισβητώ ούτε στιγμή ότι η τεχνολογία έχει προσφέρει πολλά.

Αλλά βλέπω και το τίμημα.

Όταν ένας άνθρωπος μεγαλώνει με διαρκή καθοδήγηση, με έτοιμες απαντήσεις, με συνεχείς παρεμβάσεις που του αφαιρούν το ρίσκο του λάθους, υπάρχει κίνδυνος να μη μάθει ποτέ πώς να βρίσκει το επόμενο βήμα μόνος του.

Και αυτή η απώλεια δεν φαίνεται πάντα στην παιδική ηλικία. Συχνά φαίνεται αργότερα, όταν έρχονται οι πραγματικές δυσκολίες, οι μεταβάσεις, οι κρίσεις, οι ανατροπές.

Εκεί φαίνεται ποιος έχει μάθει να στέκεται, και ποιος έχει μάθει μόνο να ακολουθεί.

Η ανθεκτικότητα γεννιέται εκεί όπου δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις

Το είδα και μέσα στην ίδια μου την οικογένεια. Ο γιος μου πέρασε ένα δύσκολο διαζύγιο πριν από λίγα χρόνια. Παρατηρώντας τον, κατάλαβα κάτι σημαντικό: εκείνα τα κομμάτια της ζωής του στα οποία είχε παλέψει μόνος του ήταν και τα κομμάτια που του έδωσαν δύναμη.

Αντίθετα, στα σημεία όπου εμείς οι γονείς είχαμε σπεύσει να του στρώσουμε τον δρόμο, εκεί ακριβώς ήταν πιο ευάλωτος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά πρέπει να τα αφήνουμε αβοήθητα. Σημαίνει όμως ότι η υπερβολική προστασία μπορεί να στερήσει την πιο χρήσιμη δεξιότητα απ’ όλες: την ικανότητα να αντέχεις το μπέρδεμα μέχρι να βρεις διέξοδο.

Και οι μεγάλοι, όμως, μπορεί να ζουν «κουβαλημένοι»

Κάπου εδώ έρχεται η πιο δύσκολη παραδοχή: αυτό δεν αφορά μόνο τα παιδιά ή τους νέους.

Αφορά και εμάς.

Τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή μου, συνειδητοποίησα ότι και εγώ ο ίδιος είχα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου ακολουθώντας μια έτοιμη διαδρομή. Για 35 χρόνια η δουλειά μου μού έδινε ρυθμό, ταυτότητα, σκοπό. Ξυπνούσα, πήγαινα στο γραφείο, έλυνα προβλήματα, επέστρεφα σπίτι. Όλα είχαν μια δομή.

Όταν αυτή η δομή χάθηκε, ένιωσα ξαφνικά σαν τον εγγονό μου μέσα στο αυτοκίνητο: βρέθηκα κάπου χωρίς να ξέρω πώς έφτασα εκεί και, κυρίως, χωρίς να ξέρω προς τα πού να πάω από εδώ και πέρα.

Άρχισα χόμπι, γέμισα το πρόγραμμά μου, προσπάθησα να δείξω ότι «περνάω καλά». Όμως μέσα μου καταλάβαινα ότι πολλές από αυτές τις ασχολίες ήταν μια βιτρίνα. Υποδυόμουν τον άνθρωπο που έχει προσαρμοστεί, ενώ στην πραγματικότητα ήμουν χαμένος.

Όταν χάνεται η δομή, αποκαλύπτεται αν έχεις εσωτερική πυξίδα

Η ζωή πολλές φορές μας «κουβαλά» χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μια καριέρα, ένας ρόλος, ένα πρόγραμμα, μια κοινωνική εικόνα μπορεί να λειτουργούν σαν εξωτερική πυξίδα. Όσο υπάρχουν, όλα μοιάζουν ξεκάθαρα.

Το ερώτημα είναι τί γίνεται όταν αυτά χαθούν.

Αν δεν έχεις καλλιεργήσει εσωτερικό προσανατολισμό, δεν καταρρέεις απαραίτητα με θόρυβο. Συχνά απλώς παρασύρεσαι. Κάνεις πράγματα, γεμίζεις τις ώρες σου, συντηρείς μια εικόνα λειτουργικότητας, αλλά μέσα σου νιώθεις άδειος. Σαν να κινείσαι χωρίς να προχωράς…

Ο δρόμος είναι το μάθημα

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να αφήνω επίτηδες λίγο περισσότερο χώρο στη δυσκολία. Όταν πηγαίνω βόλτα με τα εγγόνια μου στη φύση, αφήνω το κινητό στο αυτοκίνητο. Τους αφήνω να μπερδευτούν λίγο. Να διαφωνήσουν για το μονοπάτι. Να νιώσουν την ήπια ανησυχία του «δεν ξέρω».

Και μετά να νιώσουν τη χαρά του «το βρήκα». Αυτό είναι το σημείο όπου γεννιέται η πραγματική αυτοπεποίθηση: όχι όταν όλα είναι έτοιμα και ασφαλή, αλλά όταν μαθαίνεις ότι μπορείς να αντέξεις την αβεβαιότητα χωρίς να διαλυθείς.

Ο δρόμος, τελικά, δεν είναι απλώς η απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία. Είναι η εμπειρία που σε διαμορφώνει όσο τον διανύεις.

Η ερώτηση που αξίζει να κάνουμε στον εαυτό μας

Σήμερα, στα 65 μου, προσπαθώ να ζω με μια απλή ερώτηση:

Σήμερα περπάτησα ή με κουβάλησαν;

Έκανα κάτι επειδή είχε αληθινό νόημα για μένα;
Ή απλώς ακολούθησα μια έτοιμη διαδρομή;
Άντεξα τη δυσκολία;
Ή έτρεξα αμέσως προς κάτι που θα με ανακούφιζε ή θα με αποσπούσε;

Δεν έχω κάθε μέρα καλές απαντήσεις. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, οι απαντήσεις με προσγειώνουν.

Αλλά ίσως αυτό να είναι και το ζητούμενο.

Γιατί η παροιμία δεν λέει ότι είναι λάθος να κουβαλάς κάποιον. Όλοι, σε κάποια φάση της ζωής μας, χρειαζόμαστε στήριξη. Η προειδοποίηση αφορά το τί συμβαίνει όταν το κουβάλημα γίνεται μόνιμος τρόπος ύπαρξης.

Όταν δεν πατάς ποτέ στο έδαφος, δεν μαθαίνεις ποτέ πώς είναι ο δρόμος.
Και όταν δεν μαθαίνεις τον δρόμο, δυσκολεύεσαι να βρεις κατεύθυνση όταν μείνεις μόνος σου.

Ίσως το να χάνεσαι να είναι μέρος της λύσης

Μια ολόκληρη γενιά έμαθε να ακολουθεί τη μπλε τελεία. Και πολλοί από εμάς τους μεγαλύτερους ακολουθήσαμε, χωρίς να το καταλάβουμε, άλλες μπλε τελείες: την καριέρα, τη ρουτίνα, τις κοινωνικές προσδοκίες, την εικόνα της «σωστής ζωής».

Ο δρόμος ήταν πάντα εκεί. Απλώς δεν τον νιώθαμε.

Τώρα τον νιώθω περισσότερο: Κάνω λάθη, παίρνω λάθος στροφές, αμφιβάλλω, ξαναρχίζω.

Και ίσως αυτό να μην είναι αποτυχία.

Ίσως να είναι, επιτέλους, η αρχή του πραγματικού προσανατολισμού.

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.

Τα πιο δημοφιλή Σήμερα

Τελευταία Νέα