ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ: Ο ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ ΘΕΣΜΟΣ

ΓΡΑΦΕΙ Η Γεωργία Αλεξανδρή-Μπασδέκη, Δικηγόρος Παρ’ Εφέταις, Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας,  Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υ.Δ.Δ.Α.Δ.

Με την αναμόρφωση  του θεσμού της διαμεσολάβησης  και την εφαρμογή του  στο δικαιϊκό σύστημα της χώρας μας, σύμφωνα με το  νόμο 4512/2018,  είναι εύλογο να δημιουργείται ανησυχία ακόμη και έντονος προβληματισμός για το πώς θα λειτουργήσει, αν χρειάζεται βελτιώσεις και το πώς θα επηρεάσει το νομικό κόσμο και την κοινωνία

γενικότερα.

Η αναφορά των όρων «διαμεσολάβηση» , «εξωδικαστική επίλυση διαφορών» όλες αυτές τις μέρες στον τύπο και τα ΜΜΕ ενεργοποίησε την περιέργεια πολλών συμπολιτών μας για το τι τελικά είναι  η διαμεσολάβηση και πώς λειτουργεί.

Η διαμεσολάβηση ως σύστημα εξωδικαστικής επίλυσης μιας διαφοράς μεταξύ των εμπλεκομένων μερών με τη συνδρομή τρίτου αντικειμενικού προσώπου (διαμεσολαβητή), το οποίο με αμεροληψία προσπαθεί να οδηγήσει τα μέρη σε επίτευξη συμφωνίας, υπάρχει και λειτουργεί με ιδιαίτερη επιτυχία εδώ και πολλά χρόνια σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στα δικαιϊκά συστήματα της Αμερικής.

Για  την ακρίβεια η διαμεσολάβηση κατέχει σήμερα παγκοσμίως προεξέχοντα ρόλο μεταξύ των μεθόδων εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών.

Στην ελληνική κοινωνία, ο θεσμός αυτός κρίνεται αναγκαίος λόγω της ασφυκτικής πλέον συμφόρησης των δικαστηρίων της χώρας και ως εκ τούτου της αδυναμίας έγκαιρης έκδοσης απόφασης επί των αναφυόμενων διαφορών. Η διάρκεια μιας δίκης  είναι συνήθως μακρά και επίπονη με απρόσμενες αναβολές αλλά και καθυστερήσεις, οφειλόμενες συχνά στη γραφειοκρατία, με αποτέλεσμα ο απλός πολίτης να αισθάνεται αδύναμος και απογοητευμένος από τον αναγκαίο χρόνο για την επίλυση της υπόθεσής του  και να αναζητά εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών με άμεσο και απτό αποτέλεσμα.

Εξ ορισμού η Διαμεσολάβηση «ως διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας και με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα, την ιδιωτική αυτονομία, την ουδετερότητα και αμεροληψία του διαμεσολαβητή, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη  επιχειρούν εκουσίως με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα να επιλύσουν με συμφωνία μια διαφορά τους, με τη βοήθεια διαμεσολαβητή»  φαίνεται  ότι δεν είναι απλά ένα άρθρο στον ΚΠολΔ, μια τυπική διαδικαστική πράξη. Πρόκειται για μια ζωντανή διαδικασία με πρωταγωνιστές τα συμβαλλόμενα μέρη,  που  στοχεύει όχι μόνο στην αποσυμφόρηση των πινακίων των δικαστηρίων από υποθέσεις που θα μπορούσαν να λυθούν εξωδικαστικά με μεγάλη επιτυχία  προς όφελος αμφοτέρων των μερών, αλλά και στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης  με τη διευθέτηση της διαφοράς. Εύστοχα χαρακτηρίστηκε εξ αρχής ως λύση πολιτισμού και συνιστά πραγματική πρόκληση για τον Έλληνα πολίτη.

Από πλευράς διαδικασίας μπορεί να λάβει χώρα ακόμη και χωρίς να έχει ασκηθεί αγωγή και μόνο από το γεγονός ότι έχει προκύψει η διαφορά. Στη διαμεσολάβηση δε νοούνται ένδικα μέσα, αφού αυτή καταλήγει σε πρακτικό συμφωνίας που αποτελεί εκτελεστό τίτλο ή αποτυχίας.

Από πλευράς ουσίας, η διαμεσολάβηση δεν είναι απλός συμβιβασμός αλλά μια ευέλικτη διαδικασία, η οποία επιτρέπει να δημιουργηθεί νέος τρόπος σκέψης για την αντιμετώπιση των διενέξεων και παρέχει στα μέρη τη βεβαιότητα οριστικής επίλυσης της διαφοράς με τον τρόπο που αυτοί οι ίδιοι με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή θα επιλέξουν.

Τα έξοδα της διαμεσολάβησης δύνανται να καθορισθούν εκ των προτέρων και, σε κάθε περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως χαμηλά σε σχέση με τα δικαστικά έξοδα  των διαδίκων τα οποία κλιμακώνονται κατά βαθμό δικαιοδοσίας στη δημόσια δίκη.

Ο διαμεσολαβητής είναι ένα πρόσωπο με ειδικές σπουδές και γνώσεις, ικανότητες επικοινωνίας και δεξιότητες, που εμπνέει στα  μέρη εμπιστοσύνη και διαχειρίζεται σταθερά, διακριτικά, με ουδετερότητα, αμεροληψία και ανεξαρτησία την όλη διαδικασία. Ο ρόλος του είναι κομβικός γιατί λειτουργεί ως καταλύτης στην επίλυση των προβλημάτων των μερών με διαυγή σκέψη και δημιουργικό νου, ώστε να βοηθήσει τα μέρη να εμπνευστούν εκείνα τη λύση που θα τα ικανοποιεί με τον καλύτερο τρόπο.

Η Διαμεσολάβηση δεν είναι πανάκεια. Δεν πρόκειται να λύσει τα χρόνια προβλήματα της Ελληνικής Δικαιοσύνης. Είναι όμως σίγουρο, όπως άλλωστε έχει δείξει η διεθνής πρακτική, ότι η λειτουργία του θεσμού θα επιτρέψει την επίλυση εκείνων των υποθέσεων (ιδιωτικών  διαφορών) που προσφέρονται για τέτοια διευθέτηση  και έτσι θα επιλύονται δια της δικαστικής οδού μόνον οι υποθέσεις που λόγω σοβαρότητας ή αντικειμένου πρέπει οπωσδήποτε να επιλυθούν στα δικαστήρια.

Με τη διαμεσολάβηση δεν ιδιωτικοποιείται η κρατική δικαιοσύνη  αφού δεν αποκλείεται η ευχέρεια προσφυγής  σε αυτή . Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι Δικαστής ούτε Διαιτητής, δεν εκδίδει απόφαση. Στη  διαμεσολάβηση η λύση ανήκει στα μέρη, τα οποία  συμμετέχουν το μέγιστο στη διαδικασία και έχουν τον απόλυτο έλεγχο της τελικής συμφωνίας. Ακόμη και όταν η παρουσία των μερών δεν είναι εκούσια διότι η διαμεσολάβηση ενδεχομένως να έχει επιβληθεί δικαστικά ή συμβατικά ή δια νόμου, τα μέρη δύνανται να ελέγχουν το βαθμό της συμμετοχής τους σε αυτή και να αποχωρήσουν όταν νιώσουν ότι η διαδικασία δεν είναι παραγωγική.

Σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης διαδραματίζουν οι δικηγόροι. Στη χώρα μας οι περισσότεροι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές είναι δικηγόροι.  Επίσης πολλοί δικηγόροι   παρακολουθούν  τα σχετικά σεμινάρια για το ρόλο του δικηγόρου ως νομικού παραστάτη στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Στηρίζοντας το νέο θεσμό είναι βέβαιο ότι θα συμβάλλουν με τη γνώση και την εμπειρία τους στην επιτυχία του.

Αδιαμφισβήτητα ο θεσμός της διαμεσολάβησης αποτελεί μια απάντηση στα προβλήματα της δικαιοσύνης. Η αξία του αποτιμάται πέρα και πλέον της επιτάχυνσης στην απονομή της δικαιοσύνης, που θα προκύψει από την εφαρμογή του, γι’ αυτό δεν επιτρέπονται εκπτώσεις ή δικαιολογίες για τυχόν αποτυχία του.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*


This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.