Ενημέρωση ή αίτημα έγκρισης;

Του Σάκη Μουμτζή
Η λύση που αναζητούν Αθήνα, Παρίσι και Λευκωσία για να ξεπεραστούν οι αντιρρήσεις της Τουρκίας σχετικά με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου μου φαίνεται ιδιαίτερα βολική. Σύμφωνα με αυτή, η γαλλική εταιρεία Meridiam –πλειοψηφικός μέτοχος του έργου– θα ενημερώνει την Ελλάδα, την Κύπρο, την Τουρκία και ενδεχομένως άλλα κράτη της περιοχής για τις εργασίες που πρόκειται να ξεκινήσει για την πόντιση του καλωδίου. Στη συνέχεια, οι εργασίες θα μπορούν να αρχίσουν.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η Τουρκία θα ικανοποιηθεί με αυτή τη λύση, δεδομένου ότι πάγια θέση της είναι να προσπαθεί κάθε φορά να αποδείξει ποιος είναι το αφεντικό στην περιοχή.

Ακριβώς εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος. Η γαλλική εταιρεία, προκειμένου να προχωρήσει το έργο που έχει αναλάβει, ενδέχεται να κάνει ένα βήμα παραπέρα και να εμπλακεί με την Τουρκία σε κάποιου είδους διαπραγμάτευση, πιθανώς τεχνικού χαρακτήρα, η οποία τελικά θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων στην περιοχή. Έτσι, η ενημέρωση θα μπορούσε να μετατραπεί εκ των πραγμάτων σε αίτημα αδειοδότησης. Με άλλα λόγια, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ενδέχεται να βρεθεί εκτεθειμένο, έχοντας αφήσει τη διαχείριση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας στα χέρια μιας μεγάλης γαλλικής εταιρείας, η οποία έχει τα δικά της επιχειρηματικά συμφέροντα.

Θα ήθελα να πιστεύω ότι έχουν ληφθεί όλες οι απαραίτητες, λεπτομερείς και συγκεκριμένες πρόνοιες ώστε να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Κάτι τέτοιο, πέρα από τις συνέπειες για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, θα είχε και πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Εξάλλου, τα κυριαρχικά δικαιώματα υπερασπίζονται τα κράτη και δεν εκχωρούνται σε εταιρείες που εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα.

Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η αντίδραση της Άγκυρας στην ανακοινωθείσα επανέναρξη των ερευνητικών εργασιών ήταν σχετικά ήπια, αρκετούς τόνους χαμηλότερα από ό,τι αναμενόταν. Χωρίς επιθετική ρητορική, η Άγκυρα φαίνεται να περιμένει τις εξελίξεις, προκειμένου να ενεργήσει αναλόγως.

Ίσως αυτό να οφείλεται στην προσδοκία παρέμβασης της Γαλλίας, αν κάτι πάει στραβά. Ίσως στη βεβαιότητα ότι θα βρεθεί τρόπος να συμφωνήσει με τη γαλλική εταιρεία ως προς τη διατύπωση της επιστολής. Ή ίσως στην εκτίμηση ότι το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στην εξωτερική πολιτική δεν θα ήταν διαχειρίσιμο. Ενδεχομένως όλα αυτά μαζί να οδήγησαν την τουρκική πλευρά σε αυτή τη συγκρατημένη –προς το παρόν– στάση.

Τι θα συμβεί, όμως, εάν η Άγκυρα αποφασίσει τελικά ότι η επιστολή δεν αρκεί και ζητήσει εγγυήσεις ή διευθετήσεις που η Ελλάδα δεν πρόκειται να παράσχει; Υποθέτω ότι το ζήτημα αυτό θα έχει ήδη απασχολήσει τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη.

Πρόκειται για ένα παιχνίδι κυριαρχίας, στο οποίο η ελληνική πλευρά δεν έχει το περιθώριο να υποχωρήσει, ανεξάρτητα από τα ευρύτερα συμφέροντα της Meridiam. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει άλλη μία ευκαιρία στο καλώδιο, μια υποχώρηση ή η προσφυγή σε άλλους διπλωματικούς ελιγμούς για την αποφυγή αντιδράσεων θα εκληφθεί ως εθνική ήττα.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το φθινόπωρο που έρχεται θα είναι κρίσιμο. Αν συνυπολογίσουμε και την αναμενόμενη νομοθέτηση από την τουρκική Εθνοσυνέλευση σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες της Τουρκίας –μια πρόταση γνωστή ως νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας»–, τότε η κατάσταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να γίνει εκρηκτική.

Και καθώς βρισκόμαστε ήδη σε προεκλογικό κλίμα, ο πρωθυπουργός προφανώς έχει αντιληφθεί ότι κινείται πλέον σε έναν μονόδρομο, τον οποίο θα πρέπει να ακολουθήσει μέχρι τέλους.

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου ή μέρους αυτών μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το https://paidis.com/ και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.

▌ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΗΜΕΡΑ

▌ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ